Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2006

Σήμερα είναι η μέρα των bloggers!!!

...και όχι μόνο:

Παγκόσμια ημέρα εθελοντή αιμοδότη.

Το 1987 πήραμε το πρώτο Ευρωμπάσκετ.

Το 1864 γεννήθηκε ο Dr Αλτζχάιμερ (κατά εκεί πάμε).

Το 1995 πέθανε ο Rory Gallagher (αγαπημένος μου πολύ).

Το 1928 γεννήθηκε ο Che Guevara (πάμε σιγά σιγά στα επαναστατικά).

Και...

(τρρρρρ, τρρρρρ, τρρρρρ)

...Το 1993 εμφανίσθηκαν οι πρώτοι χρονικογράφοι (Webloggers) του internet!!!

Χρόνια μας πολλά, να μας χαιρόμαστε και να τα χιλιάσουμε. Να κάνουμε τη δικιά μας, μοντέρνα επανάσταση, χωρίς να έχουμε ανάγκη κανέναν. Να θέτουμε ερωτήσεις σοβαρές και να ζητάμε απαντήσεις που να καλύπτουν πλήρως αυτό που ρωτήσαμε. Θάνατος στην ξύλινη γλώσσα! Για παράδειγμα θα αναφέρω τη συζήτηση που έγινε στο νέο blog του Νίκου Δήμου για τα ΑΕΙ. Και πείτε μου ένα παραθυροκάναλο που να ακούστηκε κάτι πιο ουσιαστικό. Και δεν είναι μόνο αλλά αυτή, αλλά δεν θέλω να το κάνω index αξιόλογων συζητήσεων το post.

Θα κλείσω το αφιέρωμα με μια φράση του πιτσιρίκου:

Φτιάξτε όλοι ένα blog! Τώρα!

buzz it!

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2006

Μαμά σήμερα δεν έχουμε σχολείο

«Μαμά σήμερα δεν έχουμε σχολείο.»
«Μπράβο μπορείτε να δουλέψετε.»
«Μαμά μπορούμε να παίξουμε.»
«Δεν έχω λεφτά για παιχνίδια.»
«Δε θέλουμε λεφτά δώσε μας ότι έχεις.»


Τρεις κατσαρόλες, δυο ταπερ και μερικά μαχαιροπίρουνα δεν είναι το καλύτερο παιχνίδι που έχει φανταστεί ένα παιδί. Παρόλα αυτά τρεις κατσαρόλες, δυο ταπερ και μερικά μαχαιροπίρουνα μπορεί να διεγείρουν μια παιδική φαντασία πολύ περισσότερο από ένα play station ή οτιδήποτε άλλο. Όταν λοιπόν ένα μαχαίρι (που κάποτε θα μπορούσε να είχε κόψει κάποιο κομμάτι κρέας, να είχε ανοίξει μια πόρτα σε μια διάρρηξη ή να είχε καρφωθεί σε μια καρδιά) άρχισε να χτυπά μια κατσαρόλα, αρχικά ακανόνιστα και ίσως ενοχλητικά, μα σιγά σιγά με κάποιο ρυθμό ένα ταπερ άρχισε να το ακολουθεί. Τα παιδία δεν ήξεραν μουσική. Είχαν όμως ρυθμό. Και φαντασία. Όλα τα σκευή έγιναν όργανα. Άλλα έβγαζαν μουσική και άλλα όχι. Οι κατσαρόλες παράγουν ήχο αν πιστεύεις ότι είναι κρουστά και τα χτυπάς. Αλλά τα πιρούνια αν τα ενώσεις και πεις ότι είναι κιθάρα δεν ακούγονται. Μικρό το κακό. Το θέμα είναι ότι τα παιδιά έδωσαν την καλύτερη συναυλία που θα μπορούσαν να είχαν δει ποτέ τους. Και χάρηκαν. Και χάρηκαν τόσο πολύ που αποφάσισαν να μην επιστρέψουν ποτέ τα «όργανά» τους για να γίνουν μεγάλοι μουσικοί.
Τα παιδιά μπορούν να ονειρεύονται γιατί δεν έχουν αρνητικές εικόνες στο κεφάλι τους να καταλάβουν το χώρο τον σκέψεων. Η μητέρα όμως είχε ήδη αρχίσει να σκέφτεται ότι από δω και πέρα πιθανότατα θα είχε σημαδεμένα σκευή. Βέβαια, περίμενε ότι τουλάχιστον θα τα είχε.
«Που είναι τα πράγματα που σας έδωσα;»
«Ξέρεις στη διπλανή πόλη μια μπάντα δίνει αύριο μια συναυλία αλλά δεν κατάφερε να βρει όργανα και μας παρακάλεσε να τους τα δανείσουμε για να παίξουν. Θα μας τα επιστρέψουν αύριο είπαν.»
Πέντε παιδιά έκαναν καιρό να βγουν από το σπίτι τους. Τόσο καιρό όσο χρειάστηκαν να μετατρέψουν την αποθήκη σε στούντιο.


Μέσα στο δάσος πέντε παιδιά διασκέδαζαν ψάχνοντας πέτρες με περίεργα χρώματα. Κάτω από ξερά χόρτα δεν βάζεις εύκολα το χέρι σου γιατί συνήθως σε τρώνε τα φίδια. Δύσκολα θα πίστευες ότι θα βρεις τρεις κατσαρόλες, δυο ταπερ και μερικά μαχαιροπίρουνα. Τρεις κατσαρόλες, δυο ταπερ και μερικά μαχαιροπίρουνα; Και λοιπόν. Ας παίξουμε κάτι άλλο. Οι κατσαρόλες γυρνάνε στη κατηφόρα όπως και οι ρόδες που έχουν τα αυτοκίνητα. Και τα ταπερ έγιναν 2 τιμόνια για το πιο άνετο τρίκυκλο που έχει φτιάξει ποτέ ανθρώπινο χέρι. Πολλοί μικροί λεβιέδες ταχυτήτων από τα μαχαιροπίρουνα του έδωσαν μια τεραστία ταχύτητα. Και το ταξίδι κράτησε πολλές μέρες, ίσως και χρόνια. Και είδαν όλα τα μέρη του γνωστού και άγνωστου κόσμου.
«Λείψατε πάρα πολύ.»
«Συγνώμη, ο κόσμος φταίει που είναι μεγάλος.»
Πέντε παιδιά έκαναν πολύ καιρό να βγουν έξω από το σπίτι τους. Δεν ήταν η καλύτερη του μπαμπά μέσα στη νύχτα στην αστυνομία να τα ψάχνει πριν γυρίσουν νωρίς το πρωί. Έκαναν τόσο καιρό όσο χρειάστηκε να μετατρέψουν το δωμάτιο τους σε συνεργείο για το πιο άνετο και γρήγορο τρίκυκλο του κόσμου.


Ο περίπατος του σχολείου κατέληξε σε ένα μικρό δασάκι.
«Να μην απομακρυνθεί κανείς.»
Μικρές ομάδες χωρίστηκαν για να παίξουν. Με ότι βρουν. Ας πούμε με τρεις κατσαρόλες, δυο ταπερ και μερικά μαχαιροπίρουνα. Λίγα; Αρκετά για να ξυπνήσει ένα επιστημονικό δαιμόνιο. Πέντε μικροί επιστήμονες άρχισαν να ανακατεύουν νερό με χώμα και χυμούς δέντρων, φρούτα και μικρά έντομα για να θεραπεύσουν ένα φίλο τους. Χα, πολύ εύκολο για μας, ας σώσουμε και κανέναν άλλο ακόμα. Και όταν έσωσαν τους πάντες, γιατί δεν χρειάζεται να έρθουν όλοι οι ασθενείς αρκεί να βρεθεί φάρμακο για όλες τις αρρώστιες, οι «άσπρες μπλούζες» τους μαρτυρούσαν πόσο κόπο είχαν καταβάλει στην επιστήμη τους.
Η μαμά τους κατέβαλε πολύ μεγαλύτερο κόπο για να τα πλύνει και τελικά τα πέταξε.
«Και τι είναι μερικά ρούχα μπροστά στους τόσους ανθρώπους που δεν υποφέρουν.»
«Θα μου πεις όταν θα σου ξαναχρειαστούν ρούχα.»
Πέντε παιδιά έκαναν πολύ καιρό να ξαναχρειαστούν ρούχα γιατί έκαναν πολύ καιρό να ξαναβγούν από το σπίτι τους. Τόσο καιρό όσο χρειάστηκαν για να φτιάξουν το μικρό τους εργαστήριο.


Τρεις αναρχικές κατσαρόλες, δυο αναρχικά ταπερ και μερικά αναρχικά μαχαιροπίρουνα βαράγανε ντάγκλες ανάμεσα σε χόρτα κάτω από τα δέντρα μέσα στο δασός. Ευτυχισμένα γιατί στη ζωή τους έκαναν πολύ περισσότερα από όσα ήταν φτιαγμένα να κάνουν. Μια οικογένεια με πέντε παιδιά που βρέθηκε για πικ νικ στο δασός τα κλώτσησε μακριά όταν τα παιδιά πήγαν να παίξουν.
«Γιατί μαμά;»
«Γιατί είναι κακό.»
«Τότε γιατί είναι εδώ;»
«Δεν ξέρω. Μπορεί να ήταν κακά παιδιά στη ζωή τους και να τα εξόρισαν. Τι θες να κανείς παρέα με εξόριστους;»


Πέντε παιδιά κατάφεραν να γίνουν μια πολύ καλή μπάντα. Δεν έμαθαν ποτέ τους μουσική και γι αυτό έγιναν το πιο παράξενο γκρουπ. Με σχιζοφρενικούς ρυθμούς, κατάφεραν να αγγίξουν τις ψυχές κάποιων ανθρώπων που βαρέθηκαν να ακούνε τα ίδια και τα ίδια. Απλά ποτέ δεν έγιναν γνωστοί, ούτε ήταν ευπρόσδεκτοι όπου έπαιζαν. Οι πόλεις είχαν ένα άγχος μέχρι να φύγουν.


Πέντε παιδιά γύρισαν όλο τον κόσμο και έμαθαν για πολλές κουλτούρες και έγραψαν βιβλία. Αλλά ποτέ δεν εκδόθηκαν γιατί όλοι ήθελαν να μάθουν αλλά πράγματα από αυτά που μπορούσαν να δουν τα δικά τους μάτια. Γιατί τα μάτια τους ποτέ δεν διάβασαν γεωγραφία και ιστορία και οι αναζητήσεις τους δεν κατευθύνθηκαν από κανέναν. Έτσι μπόρεσαν να δουν και να περιγράψουν πράγματα τα οποία λίγοι ήθελαν να ξέρουν. Πούλησαν λίγα βιβλία μόνοι τους και λίγοι άνθρωποι έμαθαν αυτά που πολλοί δεν ήθελαν να δουν ότι υπάρχουν.


Πέντε παιδιά γύρισαν τον κόσμο γιατρεύοντας όσους περισσότερους μπορούσαν. Όχι από αρρώστιες γιατί ποτέ δεν έγιναν γιατροί αλλά από πείνα και κατάθλιψη με λίγο κλεμμένο φαΐ ή λίγη παρέα. Αλλά ποτέ δεν κατάφεραν να κάνουν φίλους γιατί δεν έμεναν κάπου και οι άνθρωποι φοβούνται αυτούς που μένουν στο δρόμο.


Πέντε παιδιά με κανονική ζωή και κανονικές δουλειές ποτέ δεν κατάφεραν να ακούσουν μουσική που δεν παίζουν τα ραδιόφωνα, ποτέ δεν είδαν πέρα από αυτά που γράφουν τα γνωστά βιβλία και ποτέ στα δύσκολα δεν εμπιστεύτηκαν κάποιον που δεν έχει μόνιμο σπίτι να τους δώσει φαγητό και συμπαράσταση αλλά και ούτε πρόσφεραν και οι ίδιοι ποτέ σε κανέναν...


Όλοι γέρασαν και πέθαναν. Τρεις κατσαρόλες δυο ταπερ και μερικά μαχαιροπίρουνα δεν έχουν καταφέρει ακόμα να ξαναφτιάξουν φαγητό αλλά δεν περνάνε άσχημα γιατί μαγειρεύουν όνειρα. Και άλλοι τα ζουν και άλλοι τα κλωτσάνε.



Το συγκεκριμένο κείμενο γράφτηκε πριν από περίπου δύο χρόνια ακούγοντας Tiger Lillies. Έπ' ευκαιρία της σημερινής τους συναυλίας, αλλά και ελλείψει εμπνεύσεως για κάτι καινούριο το αφήνω στο αγαπημένο μου blog που το έχω παραμελήσει λίγο τον τελευταίο καιρό

buzz it!