Τετάρτη, 23 Απριλίου 2008

Η επανάστασις επέτυχε και επιζεί

Το πρωί της 25 Νοεμβρίου του 2005, κατέβαινα με ένα ταξί τη Βουλιαγμένης για να παραλάβω το καινούριο μου αυτοκίνητο. Είχα περάσει ένα χρόνο χωρίς αμάξι, με αποτέλεσμα να κυκλοφορώ αρκετά με ταξί και συχνά έπιανα την κουβέντα με τους ταξιτζήδες. Εκείνος ο διάλογος όμως της τελευταίας κούρσας με έκανε να συνειδητοποιήσω κάποια πράγματα που ήταν χρόνια μέσα στα μούτρα μου και δεν τα έβλεπα.

Ο διάλογος με τον γύρω στα 55 με 60 οδηγό, είχε ξεκινήσει με αφορμή κάτι έργα που γίνονταν εκείνη την περίοδο στη Βουλιαγμένης και είχαν σαν αποτέλεσμα να έχουν μειωθεί κάποιες λωρίδες από την κίνηση. Έλεγε τα γνωστά περί αληταράδων, που το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να ενοχλούν τον κόσμο, χωρίς να προσφέρουν τίποτα και διάφορες γκρίνιες. Εγώ πάλι που είχα το μυαλό μου στο ότι δεν θα ξαναείχα σχέσεις για αρκετό καιρό με την κίτρινη φυλή λόγω του καινούριου τουτού, προσπαθούσα να τον ηρεμίσω λέγοντάς κάτι χαριτωμένα μεν, χωρίς καθόλου νόημα για το δικό του σκεπτικό και για το θέμα στο οποίο προσπαθούσε να καταλήξει δε, περί του ότι και τα έργα χρειάζονται και ότι κάτι καλό θα γίνει, ενώ η ενόχληση είναι προσωρινή και διάφορα τέτοια. Αυτός αρνούνταν πεισματικά να δεχτεί το οτιδήποτε θετικό με εντελώς αστήριχτα επιχειρήματα τύπου "γιατί, πότε έγινε κάτι της προκοπής για να γίνει και τώρα;" και διάφορα άλλα.

Αργότερα, το γύρισε στο αφού τελειώσουν τα έργα και ότι θα τα παρατήσουν όλα χάλια, με το δρόμο γεμάτο τρύπες και λοιπά, και πριν προλάβω να του πω άσε πρώτα να τελειώσει το έργο και το συζητάμε μετά, αλλά έχοντας καταφέρει να δημιουργήσει εικόνα απόλυτου χάους και κυρίως ασυδοσίας, μου πετάει την επωδό των μισών και πλέον ελληνικών συζητήσεων: "Αυτά, ρε φίλε, επί Παπαδόπουλου δεν γινόντουσαν, τότε υπήρχε μία τάξη"!

Το αν υπήρχε ή όχι τάξη επί Παπαδόπουλου στο συγκεκριμένο θέμα -αν δηλαδή οι εργάτες δημοσίων έργων έκλειναν τις τρύπες τελειώνοντας το έργο- δεν το γνωρίζω, αλλά, τελικά, δεν έχει και σημασία. Ο τύπος εννοούσε τελείως άλλο πράγμα από αυτό που τελικά είπε. Άλλη ήταν η τάξη που του έλειπε.

Όταν το 1967 ο ανωτέρω συνταγματάρχης και η παρέα του κατέλυσαν το Σύνταγμα και τη Δημοκρατία, η κατάσταση στη χώρα μας δεν ήταν η καλύτερη δυνατή, αλλά δεν ήταν και στα χειρότερά της. Ήδη από το 1963 με την κατάκτηση του βραβείου νόμπελ από τον Γιώργο Σεφέρη είχε αρχίσει κάτι να αλλάζει. Η Αθήνα είχε άρχιζε να αποκτά μία έφεση στις τέχνες και τα γράμματα, να γνωρίζει κάποιους ποιητές, Έλληνες και ξένους, και να ασχολείται κατά τι παραπάνω με την μόρφωση και την παιδεία. Αυτό, βέβαια, είχε σαν αποτέλεσμα και το να πλησιάσει ιδεολογικά την, κοσμοπολίτικη τότε, αριστερά. Γενικώς κυκλοφορούσαν αρκετοί ελευθεριάζοντες.

Σε ένα ντοκιμαντέρ που είχα δει κάποτε στη ΝΕΤ, ο δημοσιογράφος είχε ασχοληθεί με το πολιτιστικό έγκλημα της χούντας. Έλεγε για το κιτς που επικράτησε, για τη φίμωση ανθρώπων που είχαν ανακαλύψει κάτι παραπάνω από το αρνί το Πάσχα και γενικώς για το πόσο πίσω μας πήγε πολιτιστικά αυτή η επταετία των στρατιωτικών. Σκεφτόμουν όμως εγώ τότε, γιατί ύστερα από τόση καταπίεση και μάλιστα πάνω στην πιο ακμαία φάση -μόλις αρχίσαμε να έχουμε την επαφή- δεν μας βγήκε εκατό φορές πιο δημιουργικά μετά την πτώση; Και αφού είχαμε κάνει τόσα άλματα, πως καταφέραμε να αντέξουμε επτά χρόνια;

Ο Νίκος Δήμου έγραφε κάποτε ότι η μαύρη μέρα της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας δεν ήταν η 21η Απριλίου αλλά η 22η. Αντιγράφω από το βιβλίο "Οι Δρόμοι μου":

"Την άλλη μέρα το πρωί σηκώθηκα χαράματα και πήρα τους δρόμους. «Δεν μπορεί», σκεπτόμουν «από κάπου θα ξεκινήσει η αντίδραση». Οραματιζόμουν ποτάμια λαού να κατηφορίζουν προς το Σύνταγμα σε μία έστω σιωπηλή διαδήλωση διαμαρτυρίας.

Τίποτα. Οι οικοδόμοι, οι μαχητικοί οικοδόμοι που έκαναν τις κυβερνήσεις να τρέμουν, ήταν πρώτοι και καλύτεροι στις δουλειές τους. Οι φίλοι, που τους τηλεφώνησα από το γραφείο, ήταν όλοι στο «περίμενε» και στο «άσε να δούμε». Ήταν ο αιφνιδιασμός, ήταν η κούραση από τις συνεχείς πολιτικές διαμάχες, ήταν η έλλειψη δημοκρατικής παιδείας και ανακλαστικών; Ένιωσα μία πικρή γεύση απογοήτευσης".

Αλλά μήπως και επταετής παραμονή της χούντας στην εξουσία, ήταν αποτέλεσμα σκληρής διακυβέρνησης, η οποία απέτρεψε το όποιο αντιστασιακό κίνημα; Η χούντα στην Ελλάδα, παρ' ότι δεν ήταν αγία, οπωσδήποτε ήταν light σε σχέση με εκείνη του Φράνκο στην Ισπανία ή ακόμα και του Κάστρο στην Κούβα και σε θύματα αλλά και σε βασανισμούς. Χωρίς να υποτιμώ νεκρούς ή βασανισμένους έχουν υπάρξει και χειρότερα.

Ακόμα και το ξεκίνημα της πτώσης της -και όχι η πραγματική της πτώση, όπως νόμιζα μέχρι πριν από μερικά χρόνια- με τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας μαζικής εκδήλωσης, παρά μονάχα κάποιων φοιτητών, που κλείστηκαν στο ίδρυμα κατά λάθος, μετά από ένα λάθος συναγερμό στη Νομική. Βέβαια όποιον και να ρωτήσεις σήμερα, θα σου πει ότι ήταν μέσα εκείνο το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου, σε σημείο που το Πολυτεχνείο να φαντάζει σαν να έχει μεγαλύτερο campus και από το πανεπιστήμιο του Michigan.

Η πραγματικότητα όμως, περιγράφεται κάπως σε μια ταινία με τον Κώστα Βουτσά -δυστυχώς μου διαφεύγει ο τίτλος- στην οποία αυτός έχει ένα μικρό μαγαζάκι και ο αδερφός του είναι αντιστασιακός. Αυτός παίζει ένα φοβισμένο ανθρωπάκι που θέλει απλώς να κάνει τη δουλειά του και δεν τον ενοχλεί τίποτα. Μέχρι που τη νύχτα του Πολυτεχνείου, αναγκάζεται να βγει έξω επειδή έχει μείνει μόνος του και τρώει μια σφαίρα στον κώλο. Αυτό τον έκανε αντιστασιακό;

Όμως σαν το χαρακτήρα που έπαιξε ο Κώστας Βουτσάς ήταν οι Έλληνες στην καλύτερη περίπτωση. Φοβισμένα και αμόρφωτα ανθρωπάκια, που είχαν έρθει στην Αθήνα ελπίζοντας σε ένα κομμάτι ψωμί και δεν τους ενδιέφερε τίποτα άλλο. Η όλη εξέλιξη και η πρόοδος, ήταν για αυτούς τρομακτικά πράγματα, που δεν τα σήκωναν. Άλλωστε και ο δικτάτωρ ήταν σαφής: Δεν κινδυνεύει κανείς που κοιτάει τη δουλειά του και δεν ενοχλεί.

"Τι πάει να πει ελευθερία λόγου και κουραφέξαλα. Εγώ κάνω τη δουλειά μου"; Αυτό ήταν και είναι το μόνο άγχος στην Ελλάδα και οι συνταγματάρχες το είχαν αφουγκραστεί πολύ καλά. Ο Έλληνας θέλει πολύ συγκεκριμένα πράγματα για να είναι ευτυχής. Θέλει μια θέση στο δημόσιο και ένα σπίτι. Η κυβέρνηση που θα του τα εξασφαλίσει αυτά θα του λείπει για μια ζωή έτσι και πέσει και ας έχει καταστρέψει εν τω μεταξύ το σύμπαν. "Με την ελευθερία γεμίζει το στομάχι"; "Και τι σε νοιάζει εσένα; Άσε τον κόσμο να καίγεται". "Τι δουλειά έχουμε εμείς με τους κομμουνιστές";

Αυτή την αίσθηση της ασφάλειας έδωσε ο Παπαδόπουλος και κατάφερε να παραμείνει εφτά χρόνια. Ο μέσος Έλληνας δεν ενδιαφέρεται για πολλά πολλά, ούτε και ανέχεται περίεργες συμπεριφορές. "Και τι έγινε άμα δεν σε αφήνει να έχεις μακριά μαλλιά, να κουρευτείς. Είναι αυτός λόγος για να επαναστατήσεις"; "Και τι έγινε που δεν μπορείς να πεις δημόσια τη γνώμη σου; Κράτα τη για την πάρτη σου". "Και γιατί να βάλεις κοντή φούστα";

Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια. Δε νομίζω να κατάφερε ποτέ σύνθημα στην Ελλάδα να ενώσει τόσους πολλούς ανθρώπους όσο αυτό. Όλα τα άλλα είναι επικίνδυνα και πρέπει να παταχθούν.

Και βέβαια το εθνικό σπορ του κουτσομπολιού, έγινε καθήκον. Είδες κάτι; Πες το μας και καθαρίζουμε εμείς. Το κάνεις που το κάνεις με το γείτονα, το φίλο, τον πελάτη, γιατί να μην ωφελήσεις και την πατρίδα σου; Στην ταινία "Θα σε κάνω βασίλισσα" ο Θανάσης Βέγγος λέει μια πολύ χαρακτηριστική ατάκα στον υπάλληλό του. Ο τελευταίος τον έχει δει να φοράει το ψεύτικο μουστάκι και ο Βέγγος, για να μην γίνει ρεζίλι αφού το έχει βάλει για το θείο της γυναίκας του που τον νομίζει νεκρό, του λέει ότι έχει πρόβλημα με τα πολιτικά. Οπότε εκείνος νομίζει ότι είναι αριστερός και εκδηλώνεται. Του λέει λοιπόν ο Βέγγος: "Α, ρε λαγό που έβγαλε η μουστάκα. Έτσι να τελειώσω με το θείο ρε Γεράσιμε και σου τάζω ένα καρφί, να, σα λαμπάδα".

Για τον περισσότερο κόσμο μόνο κατ' ευφημισμόν ήταν χούντα. Ένιωθαν ασφάλεια -τώρα με τον Παπαδόπουλο δεν κουνιέται κανένας. Παράδεισος. Είχαν διώξει μακριά το φάντασμα του κομμουνισμού και είχαν αφοσιωθεί στο γνωστό τρίπτυχο, κάτι για το οποίο ήταν σίγουροι ότι ήταν σωστό, αφού έτσι έκαναν και οι παππούδες τους. Είχαν αποδεχτεί τόσο πολύ την έννοια του ρουφιάνου, που το θεωρούσαν φυσιολογικό. Όλοι σήμερα λένε ότι δεν τολμούσες να μιλήσεις γιατί δεν ήξερες ποιος ήταν ο διπλανός. Πως τυχαίνει ρε παιδί μου να μην μου έχει πει ποτέ κανένας "εγώ έδινα κόσμο";

Με τη χούντα, η επαρχιώτικη νοοτροπία της μη προόδου αλλά της πεπατημένης των προγόνων, σταμάτησε να δυσφορεί με την εξέλιξη που ελάμβανε χώρα και, ουσιαστικά, ήρθε στην εξουσία. Με τον Παπαδόπουλο -άνθρωπο καθαρά επαρχιώτη και "επαρχιώτη"- ηγέτη, είχαν πάρει το αίμα τους πίσω. Δεν υπήρχε τώρα τίποτα που να τους ενοχλεί και ό,τι δεν καταλάβαιναν, ήταν σίγουρα κάτι που έπρεπε να παταχθεί.

Όταν η δικτατορία ανετράπη και το Πολυτεχνείο έγινε η κολυμπήθρα του Σιλωάμ για όλες τις τυχών ενοχές, φάνηκε και το πραγματικό μας πρόσωπο. Ο πολιτισμός μας περιορίστηκε στην παραγωγή σκυλάδικων της εθνικής, ελαφρολαϊκών και, αργότερα, βιντεοταινιών. Η πολυπόθητη και άρτι επανακτηθείσα ελευθερία του λόγου και της σκέψης δεν κατάφερε ποτέ να δημιουργήσει ένα κλίμα σαν και εκείνο που άφησε με την έλευση της χούντας. Τα σποραδικά δείγματα ποιότητας ήταν ανάλογα με τον αριθμό των ανθρώπων που πραγματικά ήθελαν την ανατροπή. Οι μαχητικοί οικοδόμοι που έκαναν τις κυβερνήσεις να τρέμουν βολευόντουσαν καλύτερα με την τάξη που αποζητούσε ο ταξιτζής, παρά με τα κόκκινα πανό στο Σύνταγμα.

Οι συνταγματάρχες, όσο και αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε, νίκησαν. Το βλέπεις στο ύφος αρκετών ανθρώπων, μάλιστα ανθρώπων που έζησαν την επταετία, όταν γίνεται κάποια αναφορά στο πως θα τιμωρούνταν κάποιος για κάτι έστω και ελαφράς απόκλισης, αν ήταν "στα πράγματα" ο Παπαδόπουλος. Τους βλέπεις να φουσκώνουν από χαρά, σκεπτόμενοι να τραβάνε οι μπάτσοι έναν μακρυμάλλη από τα μαλλιά σέρνοντας στην γενική ασφάλεια, σκεπτόμενοι έναν πατέρα να μπορεί να χαστουκίσει στο δρόμο την κόρη του για δύο πόντους λιγότερους στη φούστα της σε όποια ηλικία και αν είναι, σκεπτόμενοι την πολυπόθητη τάξη που είχε επιβάλλει ο Παπαδόπουλος.

Η ξεκάθαρη επιτυχία της χούντας φαίνεται και από άλλες, λιγότερο εμφανείς, καταστάσεις. Από την ανοχή σε φασιστικές συμπεριφορές, από τη στήριξη της αστυνομίας σε ακροδεξιές οργανώσεις, από την είσοδο του ΛΑΟΣ στη βουλή, από την προβολή του κάθε Πλεύρη και Γεωργιάδη. Και κυρίως από τη σιωπή σε κατάφορες αδικίες, όπως στην περίπτωση της απόσυρσης του βιβλίου της Έρσης Σωτηροπούλου από τις σχολικές βιβλιοθήκες. Διαβάστε απόφαση δικαστή, προσέξτε επιχειρήματα (δεν σχολιάζω την ορθογραφία) και πείτε μου σε ποια δημοκρατική χώρα του κόσμου θα άφηναν αυτόν τον άνθρωπο στη θέση του.

Η μόνη επανάστασις του Παπαδόπουλου ήταν ότι κατάφερε να μη γίνει ποτέ καμία πραγματική επανάσταση. Και σε αυτό κερδίζει μέχρι και σήμερα και θα κερδίζει όσο κάποιοι νοσταλγούν την τάξη που τους παρείχε και ξεσπάνε σε φανταστικές λακκούβες.

buzz it!

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

Καινούρια παιχνιδάκια

Άνοιξαν οι δουλειές πάλι. Δύο προσκλήσεις για blogοπαίχνιδα. Η πρώτη από τη synas και η δεύτερη από τον Σταύρο Κατσάρη. Η πρώτη αφορά ένα ερωτηματολόγιο της υπερρεαλιστικής ομάδας της Αθήνας, την οποία αγνοώ πλήρως και η δεύτερη είναι σαράντα ερωτήσεις προσωπικές. Στην πρώτη απαντάω με περισσότερους από έναν τρόπους και στη δεύτερη κάπως ασόβαρα.

Πάμε για το πρώτο.

Γιατί κλαις;
Επειδή έτσι γουστάρω.
Επειδή κλαις.
Επειδή δεν κλαις.

Γιατί δεν κλαις;
Επειδή είμαι αναίσθητος σε μερικά.
Επειδή χαμογελάς.

Που είναι ο βάλτος;
Συχνά μπροστά σου. Πολύ συχνά όμως.
Στη συνήθεια.
Στον υπέρμετρο συμβιβασμό.
Οέο;

Ποιος είναι και που είναι ο δεσμοφύλακας;
Σκότωσε το μπάτσο που έχεις μέσα σου.
Στον έλεγχο της κοινωνίας (χα χα).
Η συνήθεια.
Στην Αλεξάνδρας.

Που συναντάς μια εντελώς δική σου άβυσσο;
Στο λούμπεν.
Στη φιλοσοφία.
Στο σεξ.
Στις μπίζνες.

Περιφρονείς κάτι;
Αρκετά πράγματα, να μην το πω το ψέμα.

Θα ερωτευόσουν για πάντα;
Θα ήθελα.
Βρήκες την ώρα να μου κάνεις αυτή την ερώτηση.

Γιατί πουλιούνται τα "έργα τέχνης";
Για να ζούνε οι καλλιτέχνες.
Γιατί αξίζουν.
Γιατί υπάρχουν κάποιοι που τα αγοράζουν.

Μήπως να αφαιρεθούν τα εισαγωγικά από την παραπάνω ερώτηση;
Δεν πάνε να κάνουν ό,τι γουστάρουν κι αυτά.

Do you remember revolution?
What revolution?

Θα ανέβαινες σ' ένα βουνό, αν το επέβαλε το ωροσκόπιο σου;
Θα ανέβαινα σε ένα βουνό για να πάρω αέρα.

Θα σκότωνες τον παππού σου, αν το τζάμι δεν έσπαγε από τον πάγο;
Μπλε!

Θα μπορούσες να κλείσεις τα μάτια σου, αν η ζωή σου έστηνε καρτέρι;
Και γιατί να τα κλείσω;
Ακόμα πιο μπλε.

Θα κυλούσε η πέτρα του θανάτου το πρωί, αν δεν κινδυνεύατε να τιμωρηθείτε από το νόμο;
Ίσως. Ίσως λίγο περισσότερο από ίσως.

Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο να διανύσετε μετά τα μεσάνυχτα απ' την αρχή μέχρι το τέλος την οδό Αχαρνών, αν γνωρίζατε ότι ποτέ δεν θα σας συλλάβουν?
Γιατί να με συλλάβουν; Όσες φορές το έχω κάνει δεν ήταν ποτέ παράνομο. Έχω χάσει κάτι;

Θα σκότωνες τον Μπους, αν σου χάριζα 10 λαχταριστά εκλέρ;
Ναι.
Όχι.
Τι άλλη επιλογή έχω για να τα πάρω;
Μπορούμε να τα κάνουμε κοκάκια από το Νικολάτο;

Θα μου έδειχνες τα σαπισμένα σου δόντια, αν έβλεπες μέσα τους τα αστέρια;
Αν πίστευα ότι μπορούσες να τα δεις και εσύ.

Θα έπεφτες στο πηγάδι αν ήσουν θλιμμένος;
Άκουσες κανένα παρατεταμένο α μέχρι τώρα;
Από την άλλη, δεν ακούς τον αντίλαλο ντιλαλο, ντιλαλο, ντιλαλο...

Ουφ! Πάει αυτό. Πάμε τώρα για το δεύτερο.

Όνομα:
Έλα τώρα που δεν το ξέρεις...

Γενέθλια:
Γιατί θα μου στείλεις τούρτα; 22/7.

Ζώδιο:
Δεν μπορείς να το καταλάβεις από την προηγούμενη; Μια αρρώστια είναι αλλά μου διαφεύγει. Ηπατίτιδα είναι, AIDS είναι... Α ναι, Καρκίνος.

Χρώμα μαλλιών:
Μαύρο.

Χρώμα ματιών:
Ταυτότητα βγάζω; Καστανό (ναι, κοίταξα στον καθρέφτη να βεβαιωθώ).

Έχεις ερωτευτεί ποτέ:
Ουουου...

Είδος μουσικής που ακούς:
Λίγα πράγματα δεν μου αρέσουν πια. Δεν ακούω σίγουρα αυτά τα λαϊκοπόπ.

Χαρακτήρας Disney/Warner Bross:
Bugs Bunny

Ποιος φίλος/φίλη σου μένει πιο μακριά:
Ο Γεοστρώμυλος.

Πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι μόλις ξυπνήσεις:
Να ξανακοιμηθώ.

Κάτι που έχεις πάντα μαζί σου και δεν το αποχωρίζεσαι:
Μπλε.

Τι έχεις στον τοίχο σου:
Λαδομπογιά.

Τι έχεις κάτω απ' το κρεβάτι σου:
Σκόνη.

Αν ήσουν μόνος/η στο σπίτι και άκουγες ένα βάζο να σπάει τι θα έκανες:
Θα σκούπιζα.

Αγαπημένος αριθμός:
Γενικά 8 και 10.
Στο 21, 9.
Στην τσέπη μου 100 και άνω.
Στην τράπεζα πολλά μηδενικά στο τέλος. Αυτό θέλει και εξήγηση. Με κάποιον άλλο αριθμό μπροστά και πριν την υποδιαστολή.

Αγαπημένο όνομα:
Παφνούτιος.
Βαγγέλης.

Τα χόμπι σου:
Τα δικά σου ρε.

Πού θα ήθελες να ήσουν τώρα:
Και εδώ καλά είμαι. Αλλά είμαι εδώ;

Μια ευχή για το μέλλον:
Να έρθει και σε μεγάλη δόση.

Αν μπορούσες να ταξιδέψεις στο χρόνο και να γυρίσεις πίσω, σε ποια εποχή θα πήγαινες:
Όχου τώρα. Σε πολλά μέρη. Αν μπορούσα να έχω τέτοια επιλογή γιατί να πάω σε ένα μέρος;

Φωτιά! Πάρε κάτι μαζί σου:
Τσιγάρο.

Αγαπημένο λουλούδι:
Μολόχα. Λόγω ονόματος.

Αγαπημένη σειρά:
Η οροσειρά.

Αγαπημένη ταινία:
Η μονωτική και το γνωστό παρασιτικό σκουλήκι.

Αγαπημένο τραγούδι:
Πολλά. Αλλά θα διαλέξω το "Πάλιωσε το σακάκι μου", γιατί δεν μου το παίζουν ποτέ σε ρεμπετάδικο.

Aγαπημένο βιβλίο:
Πολλά. Και δεν θα διαλέξω κανένα για να σκάσετε.

Αγαπημένο ζώο:
Εσχάτως, τα γαϊδουράκια και τα βατραχάκια.

Αγαπημένο ρούχο:
Εκείνο το σακάκι που λέγαμε παραπάνω.

Αγαπημένος καλλιτέχνης/ιδα:
Σιγά μην πρωτοτυπήσω. Πολλοί. Αλλά θα διαλέξω τον Γιάννη Αγγελάκα γιατί δεν ακούγεται και πολύ.

Αγαπημένο χρώμα:
Μπλε. Επειδή μέχρι τώρα το έχω χρησιμοποιήσει μόνο σουρεάλ.

Αγαπημένο φαγητό:
Το πολύ φαγητό.

Με ποιον χαρακτήρα από cartoon (Disney, WB, comics) ταυτίζεσαι:
Δηλαδή τώρα αυτή η ερώτηση πόση διαφορά έχει από την παραπάνω;

Κακή συνήθεια:
Πολλές.

Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που σου αρέσει:
Σχεδόν τα πάντα μου αρέσουν σε μένα.

Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που δεν σου αρέσει:
Η πιτυρίδα.

Συνηθισμένη ατάκα:
Πλάκα έχει.

Δουλειά που θα ήθελες να κάνεις:
Η δουλειά είναι για όσους δεν έχουν τίποτα καλύτερο να κάνουν (Όσκαρ Γουάιλντ).

Μεγαλύτερος φόβος:
Ο φόβος του να φοβάσαι.

Η καλύτερη pizza:
Χωρίς τίποτα που να φυτρώνει και με πολλά αλλαντικά.

Πιστεύεις ότι τα κατοικίδια ζώα είναι...:
Ναι. Πιστεύω ότι είναι.

Αυτά. Ευχαριστώ πολύ τα παιδιά που με κάλεσαν, αλλά θα μου επιτρέψουν να συνεχίσω την αλυσίδα κάπως διαφορετικά. Οι τρεις πρώτοι που θα γράψουν σχόλιο και δεν θα έχουν παίξει ακόμα, μπορούν να δηλώσουν ότι είναι οι προσκαλεσμένοι μου. Διαφορετικά στείλτε μήνυμα στο 6969 γράφοντας aggelos-x-aggelos, κενό και το ονοματεπώνυμό σας και κερδίστε μια διπλή πρόσκληση για blogοπαίχνιδο.

(Xρέωση 0,015 εκατομυριοστόευρα. Η υπηρεσία παρέχεται από την Xaggelosphone Hellas L.T.D.)

buzz it!

Τρίτη, 1 Απριλίου 2008

Περί προσβολών

Αν πω σε κάποιον που δεν τον ξέρω 'είσαι μαλάκας', δημόσια, επειδή προβαίνει σε μία ενέργεια η οποία δεν με συμφέρει, προφανώς θα παρεξηγηθεί και θα μου κάνει μήνυση. Στο δικαστήριο λοιπόν, εγώ προς υπεράσπισή μου, θα ισχυριστώ ότι είμαι γιατρός και δεν τον είπα 'μαλάκα' με τη λαϊκή έννοια του όρου, αλλά επειδή έχει διαγνωσμένη μαλάκυνση εγκεφάλου. Ας υποθέσουμε τώρα, ότι εγώ είμαι γιατρός και αυτός έχει μαλάκυνση. Το αποτέλεσμα θα είναι να αθωωθώ και να έχω καταφέρει να τον προσβάλλω, επειδή έπαιξα με μια διφορούμενη έννοια ενός όρου.

Τι θα ήμουν σε αυτήν την περίπτωση; Δεν θα ήμουν ένας αγύρτης, που εκμεταλλεύτηκα τη θέση μου και τις γνώσεις μου, για να βλάψω κάποιον ο οποίος ξέρω εκ των προτέρων ότι δεν μπορεί να αντιδράσει; Δεν θα ήμουν αυτός που κρύφτηκε πίσω από τερτίπια για να περάσει τη θέση του με τελείως άδικο τρόπο; Θα έπρεπε να είμαι περήφανος για αυτό;

Και περισσότερο, τι θα ήταν αυτός; Δεν θα ήταν ένας άνθρωπος, ο οποίος προσεβλήθη για το κοινό αίσθημα, αλλά όχι για τη δικαιοσύνη; Που και πως μπορεί αυτός ο άνθρωπος να βρει το δίκιο του, όταν για όλο τον κόσμο είναι ένας κοινός μαλάκας, αλλά για αυτόν που το είπε και τη δικαιοσύνη είναι απλά ασθενής;

Δεν θα έπρεπε λοιπόν πριν αποφασίσουμε για την απαλλαγή ή την καταδίκη του κατηγορουμένου, να λάβουμε υπόψη μας και το ύφος του; Είχε, τη στιγμή που το έλεγε, το ύφος εκείνο, που έχει όταν ανακοινώνει σε κάποιον ότι είναι, για παράδειγμα, νεφροπαθής ή είχε το ύφος του εκνευρισμένου που ξεσπάει; Αυτό δεν είναι σημαντικό στοιχείο;

Και αν τώρα αντικαταστήσουμε την μαλακία με την πορνεία, τι είναι ο Άνθιμος που τόσο εύκολα μας κατηγορεί όλους ως πόρνους και πόρνες, επειδή σύμφωνα με την ορθόδοξη εκκλησία η λέξη πορνεία εκφράζει την κάθε είδους ερωτική σχέση εκτός γάμου; Εκείνος, αυτό εννοούσε; Και αρκεί μία γραπτή ανακοίνωση στο internet για να κλείσει το θέμα;

buzz it!