Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλλουνού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλλουνού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Περιμένοντας τους τροϊκανούς

-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι τροϊκανοί να φθάσουν σήμερα.

-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ' οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

-Γιατί οι τροϊκανοι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι τροϊκανοι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

-Γιατί οι τροϊκανοι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

-Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ' οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ' ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;

Γιατί οι τροϊκανοι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους τροϊκανους.

-Γιατί κ' οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι τροϊκανοι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαριούντ' ευφράδειες και δημηγορίες.

-Γιατί ν' αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ' η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
 Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ' οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ' οι τροίκανοι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
και είπανε πως τροϊκανοι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς τροϊκανούς.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.

Όμως, αλήθεια, ήσαν;
Θα το μάθουμε όταν δεν εκταμιευθεί κάποια δόση...

buzz it!

Παρασκευή 17 Απριλίου 2009

Έτσι, για το Πάσχα





Οδυσσέας Ελύτης - Το μονόγραμμα

Θα πενθώ πάντα - μ’ ακούς; - για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο

Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Τής παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.


ΙΙ.

Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες πού έκρουζαν γλυκά
Οι κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα "πίστεψέ με" και τα "μη"
Μια στον αέρα μια στη μουσική

Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’ τις ξερολιθιές, πίσω απ’ τους φράχτες
Την ανεμώνα πού κάθισε στο χέρι σού
Κι έτρεμες τρεις φορές το μοβ τρεις μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο με τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά

Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα πού βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο πού άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.


ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού,για το μικρό το πόδι σού μες στ’ αχανή
σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μες από φεγγαρά περάσματα και κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουμε

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το "τι" και το "ε"
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεγμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά

Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα,και το νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ
Πάντα Εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία που το
Εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα μ’ ακούς
Το χαμένο μου το αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Ειμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σού φορώ
Το λευκό νυφικό τής Οφηλίας, μ’ ακούς
Πού μ’ αφήνεις, πού πας και ποιος, μ’ ακούς

Σού κρατεί το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα’ ρθει μέρα, μ’ ακούς
Να μας θάψουν κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν περώματα, μ’ ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, ν’ ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα - ένα, μ’ ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες Των Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς

Το λουλούδι αυτό τής καταιγίδας και μ’ ακούς
Τής αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δεν γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα δεν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από το μόνο θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει - ακούς;
Ειμ’ εγώ πού φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.

V.

Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ’ αντάρτες απόμαχους
Από τι να’ ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου να ’ρθω
Που δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό

Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ’ αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι

Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ’ όλα το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά

Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ’ άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης

Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή

Πού κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα, ούτε η γερόντισσα ν’ όλα της τα βοτάνια

Για σένα μόνο εγώ, μπορεί, και η μουσική
Που διώχνω μέσα μου αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μες στο σώμα και πού τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.


VI.

Έχω δει πολλά και η γη μες απ’ το νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
της θάλασσας

Έτσι σ’ έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Νά ’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμα σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ ακολουθεί

Και να παίζει με τ’ άσπρο και το κυανό η ψυχή μου !

Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και το γκιουλ-μπιρσίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος, και ας ειμ’ εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ’ ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς τον Παράδεισο!


VII.

Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Να σε βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.

Θα πενθώ πάντα - μ’ ακούς; - για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο

Χρόνια πολλά, καλή Ανάσταση!

buzz it!

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2008

Ε-Ε-Ε άει και...

ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΕΤΕ ΤΟΝ ΑΦΑΝΙΣΜΟΝ, ΑΛΛΑ ΔΥΝΑΣΘΕ ΝΑ ΓΕΝΟΚΤΟΝΗΘΕΙΤΕ ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ.

ΤΑ ΑΣΤΡΑ ΕΠΟΝΤΑΙ.

ΟΙ ΣΕΙΣΜΟΙ, ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΩΣ ΑΝΤΙΠΟΙΝΑ ΣΕΙΣΜΟΥΣ.

Ε, δε σε πιάνει ένα δέος διαβάζοντας κάτι τέτοιο;

Ε, δεν αξίζει μια πιο προσεκτική ματιά;

Ε, ναι λοιπόν!

Ε!!!

Και τα παραπάνω αποσπάσματα από εδώ.

Υ.Γ. Θες να παίξουμε σεισμούς; Πρώτα θα σου κάνω εγώ και μετά θα μου κάνεις εσύ!

buzz it!

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007

Ο καλύτερος του χωριού

Κάποτε δούλευα σε ένα περιβάλλον, όπου το να φέρεσαι όσο γίνεται πιο πολύ σαν αγροίκος, ήταν περισσότερο από μαγκιά. Ήταν τρόπος επιβίωσης. Θα μπορούσες να στοιχηματίσεις ότι όποιος είχε σχέση με το χώρο είχε περάσει κάποια σχολή βλαχιάς ή κάτι τέτοιο. Όσο πιο αμόρφωτος, τόσο πιο πάνω στην ιεραρχία.

Σε ένα τέτοιο χώρο, κυριαρχούν τέσσερα πράγματα: Η ηλικία, ο τσαμπουκάς, τα λεφτά, και η κοιλιά. Με αυτή τη σειρά. Ο γηραιότερος, ασχέτως αν είναι και ο πιο άξεστος, είναι μία μορφή από μόνος του και χρήζει του απολύτου σεβασμού, ο πιο τσαμπουκάς είναι εκείνος που την περνάει καλύτερα, όλοι τον θέλουν για φίλο τους και οι εχθροί του είναι εχθροί όλων και, για έναν περίεργο λόγο, μία μεγάλη κοιλιά σου εξασφαλίζει ένα κάποιο respect.

Άφησα για τελευταία τα λεφτά, αν και δεν είναι τελευταία στη λίστα, γιατί μέσα σε όλο αυτό το μπάχαλο, είχα ακούσει κάποτε κάτι πολύ ενδιαφέρον και σωστό. Μιλώντας με έναν τύπο με πλήρες πακέτο (ηλικία, τσαμπουκά, λεφτά, κοιλιά), άκουσα κάτι που μου έμεινε αξέχαστο, παρότι δεν είχε τύχει να το αντιμετωπίσω για πολλά χρόνια από τότε.

Το να μην έχεις λεφτά, μου είχε πει, φίλε μου, είναι κάτι πολύ σχετικό. Γιατί και τρία κατοστάρικα να έχεις, δεν μπορείς να πεις ότι έχεις λεφτά. Όμως με τρία κατοστάρικα, μπαίνεις στο καφενείο, κάθεσαι μόνος σου σε ένα τραπέζι που να το βλέπουν όλοι, χτυπάς τα χέρια και λες όλο μαγκιά: "Ένα γλυκύ βραστό", που κάνει δυόμισι κατοστάρικα. Πετάς τότε το τρακοσάρι πάνω στο τραπέζι και λες: "Δικά σου" και είσαι ο καλύτερος του χωριού -ο τσαμπουκάς που λέγαμε. Κάποιος θα έρθει να σου πιάσει την κουβέντα και μετά βλέπεις τι γίνεται. Ενώ άμα δεν έχεις φράγκο τι κάνεις;

Εννοείται ότι -παρά τον τίτλο- αυτό γίνεται μόνο σε πόλη.

buzz it!

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2007

Κοτέτσι για παλάτι

Προσέξετε τώρα: Στη θέση του παλατιού, ας υποθέσουμε πως βρίσκεται ένα κοτέτσι, και αρχίζει να βρέχει· είναι πολύ πιθανό να μπω μέσα στο κοτέτσι για να μη βραχώ· μα δεν θα πάρω ποτέ το κοτέτσι για παλάτι από ευγνωμοσύνη, επειδή με προστάτεψε από τη βροχή. Γελάτε. Λέτε μάλιστα πως σε μια τέτοια περίσταση κοτέτσι και παλάτι είναι το ίδιο. Ναι, θα απαντήσω, αν ζει κανείς μόνο για να μη βρέχεται.

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι
από το βιβλίο "Το υπόγειο"
Μετάφραση Γιώργης Σημηριώτης

buzz it!