Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2007

Κι όμως ήρθε

Τοκ, τοκ.

Σηκώθηκα και πήγα ως την πόρτα. Δεν περίμενα κανέναν, αλλά είχα μία περίεργη αίσθηση ότι κάτι θα συνέβαινε.

-Ποιος είναι;
-Εγώ. Άνοιξε.

Ρίγος. Ήρθε; Μας θυμήθηκε επιτέλους; Και στην ώρα του; Σάστισα. Έμεινα για λίγο να κοιτάω την πόρτα και να μην ξέρω τι να κάνω. Μου φαινόταν σαν ψέματα.

-Θα ανοίξεις ή να φύγω; είπε κάπως περιπαιχτικά.

Ξύπνησα απότομα, σαν να έπεσα από το κρεβάτι και άνοιξα κατευθείαν την πόρτα. Και όντως, ήταν εκεί μπροστά μου και με κοιτούσε. Τι χαρά! Ήρθε. Του είπα να περάσει και προσπάθησα να ανακτήσω την αυτοκυριαρχία μου.

-Πως και από τα μέρη μας;
-Είπα να έρθω.
-Έλειψες πολύ. Πόσα χρόνια έχεις να έρθεις;
-Ε πως, ερχόμουν αλλά πιο αργά.
-Ναι σιγά. Και έτσι όπως ερχόσουν δεν καταλαβαίναμε τίποτα.
-...
-Δε μιλάς;
-Μωρέ, δεν ξέρω τι να πω... Απλά ήρθα τώρα.
-Ακούγεται ότι φταίμε και εμείς που μας εγκατέλειψες και εσύ και η άλλη, η απέναντί σου
-Πολλά ακούγονται. Ποιος ξέρει;
-Πάντως έκανες πολύ καλά που ήρθες φέτος. Ξέρεις περάσαμε δύσκολο καλοκαίρι· σε χρειαζόμασταν όσο ποτέ ίσως. Δεν ξέρω αν έμαθες για τις φωτιές;
-Τα είδα. Δεν χρειάζεται να μάθω άλλα. Ήρθα από δυτικά και την είδα τη μαυρίλα.
-Θύμωσες;
-Να θυμώσω; Γιατί; Στεναχωρήθηκα.
-Και να υποθέσω ότι δεν θα ξαναέρθεις σύντομα, ε;
-Μανούρα είσαι, το ξέρεις; Είπαμε κανείς δεν είναι σίγουρος για αυτά τα πράγματα. Ελπίζω να μπορέσω. Άλλωστε, εγώ θέλω να έρχομαι.
-Και εμείς θέλουμε να έρχεσαι. Σε αγαπάμε και σένα και μας λείπεις. Θα μείνεις ελπίζω αρκετά, έτσι;
-Γιατί ασχολείσαι τόσο πολύ με το τι θα γίνει; Τώρα είμαι εδώ. Ας περάσουμε καλά και βλέπουμε. Αν μπορέσω να μείνω, θα μείνω.

Είχε δίκιο. Αναλώθηκα πολύ σε ανάλυση και έχανα από την ώρα που είχα να περάσω μαζί του. Το υπόλοιπο απόγευμα δεν μιλήσαμε άλλο. Έκατσα και απόλαυσα την παρουσία του, που μου είχε λείψει τόσο πολύ. Δεν είχε σημασία πότε θα έφευγε ή αν θα ξαναρχόταν -τουλάχιστον δεν είχε σημασία εκείνη τη στιγμή.

Έχουμε όλο τον καιρό μπροστά μας να δούμε τι θα κάνουμε. Αν θέλουμε να ξανάρθει. Πάντως φέτος το φθινόπωρο ήρθε και ήρθε στην ώρα του, και μας χάρισε ένα υπέροχο κυριακάτικο απόγευμα, αλλά και ένα υπέροχο πρωινό Δευτέρας.

buzz it!

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2007

Είναι ωραία στις διακοπές

Είναι νύχτα και κάθομαι στο μπαλκόνι. Έχει ένα δροσερό αεράκι. Πίνω λίγο κρασί, ροζέ –το καλύτερο κρασί για το καλοκαίρι- και καπνίζω. Το πρώτο πράγμα που παρατηρώ είναι η ησυχία. Μια βαθειά ησυχία, ασυνήθιστη για την πόλη. Και σκοτάδι, πηχτό. Μπορείς να το κόψεις με το μαχαίρι, να το φας με το πιρούνι. Κρύβει κάθε ασχήμια.

Είναι ωραία στις διακοπές.

Είναι έντεκα και μισή και δεν διαβάζω, δεν γράφω, μόνο σκέφτομαι. Ευνοεί το σκοτάδι τις σκέψεις. Τις σκέψεις που δεν κάνεις όταν βλέπεις τηλεόραση ή όταν είσαι στο internet, τις σκέψεις που θέλουν πολύ χώρο για να βγουν. Και όταν βγουν κανείς δεν σου εγγυάται για τα συναισθήματα που θα σου προκαλέσουν. Ίσως για αυτό πολλοί άνθρωποι να φοβούνται το σκοτάδι…

Είναι ωραία στις διακοπές.

Γύρω στις δώδεκα και κάτι η ησυχία διαταράσσεται από κάτι ακαθόριστο, αλλά ευχάριστο. Σιγά σιγά το καταλαβαίνω, είναι μια κιθάρα. Δεν καταλαβαίνω τι παίζει αλλά δεν έχει σημασία, είναι μια κιθάρα, ένα όργανο. Όχι κάποιο ραδιόφωνο ή κάποιο κανάλι, είναι ένας άνθρωπος που εκφράζεται. Και όταν ένας άνθρωπος εκφράζεται δεν παίζει Σιδηρόπουλο ή Λοΐζο, παίζει και Σιδηρόπουλο και Λοΐζο και και Πικάσο και Ντοστογιέφσκι και Επίκουρο μαζί. Ο άνθρωπος πάντα εκφράζει όλη του την κουλτούρα, αλλά κυρίως στο σκοτάδι και την ησυχία.

Είναι ωραία στις διακοπές.

Καμιά ώρα αργότερα η κιθάρα έχει σταματήσει, αλλά η ησυχία δεν αποκαταστάθηκε για πολύ. Διαταράχθηκε και πάλι, αυτή τη φορά όμως από μια φωνή. Δεν ήταν φωνή ανθρώπου που πονούσε ή διαμαρτυρόταν, ήταν μάλλον μια φωνή ανακούφισης, σαν του οργασμού. Δεν με ενδιέφερε τι ήταν, ήταν δικιά μου. Άπαξ και η φωνή φύγει από ένα στόμα, ανήκει στα αυτιά και στα μυαλά που έφτασε, θα εκληφθεί και θα ερμηνευθεί αναλόγως κουλτούρας και αυτή. Οι σκέψεις δεν άργησαν να δώσουν τη θέση τους στις φαντασιώσεις. Με μούσα εκείνο το κορμί που (το ήθελα να) στέναζε, πέρασαν από μπροστά μου ατελείωτοι ερωτικοί σύντροφοι, παρελθόντες, παρόντες, φανταστικοί. Αν τα όνειρα είναι η εκπλήρωση των απωθημένων μας, τότε οι φαντασιώσεις είναι η προσωπική μας παιδική χαρά. Και για να μας επισκεφθούν χρειάζονται δύο συστατικά, ησυχία και σκοτάδι.

Είναι ωραία στις διακοπές.

Η ώρα έχει πάει δυόμιση και το κρασί με έχει ζαλίσει αρκετά. Πάω για ύπνο. Αύριο δουλεύω. Θα είμαι λίγο κομμάτια, αλλά και τι έγινε; Και σήμερα ήμουν. Μέσα στο σκοτάδι και τη ζαλάδα μου δυσκολεύομαι λίγο να βρω το δρόμο μου για το κρεβάτι αλλά τα καταφέρνω. Και πέφτοντας δεν μετανιώνω ούτε για το ότι ήπια, ούτε για το ότι ξενύχτησα. Τα απαιτούν αυτά οι διακοπές.

Είναι ωραία στις διακοπές… ρεύματος.

buzz it!

Πέμπτη 31 Μαΐου 2007

Σκεπτόμουνα

Κάποτε, στην αρχαία Αθήνα, συναντήθηκαν στην αγορά τυχαία δύο άντρες. Ο Διάκουρος και ο Στένωνας. Ήταν συνομήλικοι και φίλοι από παιδιά, αλλά είχαν χαθεί για κάποια χρόνια. Παρόλα αυτά αναγνώρισαν αμέσως ο ένας τον άλλο και θυμήθηκαν την παλιά τους φιλία. Άρχισαν να συζητούν για τα περασμένα, πολύ χαρούμενοι από την αναπάντεχη συνάντηση, και φτάνοντας στο σήμερα ανακάλυψαν πως ήταν και οι δύο μαθητές σε δύο διαφορετικές σχολές φιλοσοφίας. Όμως, καθώς μεσημέριαζε και ο ήλιος άρχιζε να καίει πολύ ενώ η συζήτηση δεν έδειχνε να ατονεί, αποφάσισαν να συνεχίσουν στο σπίτι του Διάκουρου για να τα πουν καλύτερα, να φάνε και να πιουν και λίγο κρασί.

Φτάνοντας τους υποδέχτηκε η σύζυγός του Διάκουρου, η Σιφνοκάστη, μία νέα, όμορφη και πολύ ευγενική γυναίκα. Τους σέρβιρε η ίδια, αφήνοντας στην άκρη τους δούλους σαν ένδειξη σεβασμού προς τον επισκέπτη και φίλο του άντρα της, και αφού τους ρώτησε αν ήθελαν κάτι άλλο αποσύρθηκε για να τους αφήσει να συνεχίσουν να τα λένε. Τότε ακολούθησε ο ιστορικός διάλογος:

ΣΤΕΝΩΝ: Παντρεύτηκες και εσύ ε; είπε με κάποια ανεπαίσθητη κατήφεια.
ΔΙΑΚΟΥΡΟΣ: Ναι, τι να κάνεις... απάντησε ενισχύοντας ελαφρώς την κατήφεια. Και εσύ, ε;
ΣΤΕΝΩΝ: Ναι, τι να κάνεις... είπε, και ένα εμφανές ουφ έπεσε πάνω στο τραπέζι εξοβελίζοντας πλήρως την προϋπάρχουσα κατήφεια.

Ακολούθησε μία σύντομη σιωπή. Πριν όμως η ατμόσφαιρα γίνει ασήκωτη (και απνεύμονη) κάποιος από τους δύο (μη με ρωτάτε ποιος θα σας γελάσω, πάνε τόσα χρόνια) άρχισε να μιλάει για τη σχολή του και ξεκίνησε μια ζωηρή συζήτηση πάνω στη φιλοσοφία. Αντάλλαξαν απόψεις πάνω σε αυτά που διδάσκονταν και, παρότι διαφωνούσαν σε αρκετά πράγματα, κατέληξαν σε δύο συμπεράσματα. Πόσα πολλά είχαν να μάθουν ακόμα, ώστε να μπορέσουν να συνεχίσουν αλλά και να κάνουν πιο αξιόλογη τη συζήτηση, και πόσο απολάμβαναν να είναι φιλόσοφοι. Πρόσφατα είχε ανέβει και μία καινούρια τραγωδία του Αριστοφάντη Μπαστούνη "Ο κύκλος των χαμένων φιλοσόφων" και δεν δυσκολεύτηκαν να βάλουν τους εαυτούς τους στη θέση των ηρώων.

Το ουφ που είχε πέσει νωρίτερα πάνω στο τραπέζι κόντευε να εξατμιστεί τελείως, αλλά θέριεψε με μιας όταν ο Στένωνας έκανε την παρακάτω ερώτηση -η οποία και συνεχίζει τον ιστορικό διάλογο:

ΣΤΕΝΩΝ: Πές μου κάτι όμως, είπε σαν να ήθελε πολύ ώρα να το βγάλει από μέσα του, η γυναίκα σου τι λέει για όλα αυτά; Σε καταλαβαίνει;
ΔΙΑΚΟΥΡΟΣ: Άστα φίλε μου, μαύρη ζωή περνάω, απάντησε ξεσπώντας. Δεν τολμώ να ανοίξω το στόμα μου για οτιδήποτε φιλοσοφικό και μου τα πρήζει. Όλο έχεις κουρκουτιάνει μου λέει, ότι λέω συνέχεια αρλούμπες, δεν μπορώ να βγάλω κιχ. Η δικιά σου σε καταλαβαίνει;
ΣΤΕΝΩΝ: Χάλια μαύρα φίλε. Και εκείνη τα ίδια. Έχεις χαζέψει, κοντεύεις να τρελαθείς και τέτοια.
ΔΙΑΚΟΥΡΟΣ: Ενώ αυτές που κάθονται με τις ώρες μπροστά στον καθρέφτη για να καλλωπιστούν είναι καλύτερες.
ΣΤΕΝΩΝ: Και άμα τους πεις και τίποτα σου λένε για σένα το κάνω.
ΔΙΑΚΟΥΡΟΣ: Χαζές.
ΣΤΕΝΩΝ: Χαζόμουνα!

Τότε ξεκίνησε μια συζήτηση σχετικά με το αν οι γυναίκες ήταν όντως χαζές από τη φύση τους ή, για κάποιους λόγους, χάζευαν στην πορεία. Μη έχοντας όμως αρκετά στοιχεία για τις ίδιες αποφάσισαν να εξετάσουν γιατί οι άντρες ήταν πιο έξυπνοι. Και πάλι όμως δεν μπορούσαν να το υποστηρίξουν, οπότε είπαν να πάρουν τα πράγματα από την αρχή. Σκέφτηκαν λοιπόν ότι όταν γεννιέται ένα μωρό, ασχέτως φύλου, είναι χαζό. Τα πρώτα χρόνια μαθαίνει από το περιβάλλον του να σκέφτεται και να πράττει και γίνεται πιο έξυπνο. Μετά αρχίζει η εκπαίδευση...

...για μια στιγμή!

Ποια εκπαίδευση; Οι γυναίκες δεν εκπαιδεύονται σε τίποτα. Δεν ασχολείται κανείς να τις εκπαιδεύσει σε τέχνες και σε γράμματα, άρα ούτε και οι άντρες είναι πιο έξυπνοι, απλά είναι πιο καλλιεργημένοι. Άρα το μυστικό δεν είναι στην έμφυτη ευφυΐα αλλά στη εκπαίδευση και στην καλλιέργεια που κάνουν το μυαλό να σκέπτεται. Κατέληξαν λοιπόν στο εξής κλείσιμο του ιστορικού τούτου διαλόγου:

ΣΤΕΝΩΝ: Μου ακούγεται αρκετά περίεργο να εκπαιδεύονται και οι γυναίκες αλλά νομίζω ότι είναι ο μόνος δρόμος για να αρχίσουν να σκέπτονται.
ΔΙΑΚΟΥΡΟΣ: Και θα πάψουμε να τις λέμε χαζόμουνα.
ΣΤΕΝΩΝ: Ποτέ πια. Σκεπτόμουνα!

buzz it!

Σάββατο 10 Ιουνίου 2006

Μαμά σήμερα δεν έχουμε σχολείο

«Μαμά σήμερα δεν έχουμε σχολείο.»
«Μπράβο μπορείτε να δουλέψετε.»
«Μαμά μπορούμε να παίξουμε.»
«Δεν έχω λεφτά για παιχνίδια.»
«Δε θέλουμε λεφτά δώσε μας ότι έχεις.»


Τρεις κατσαρόλες, δυο ταπερ και μερικά μαχαιροπίρουνα δεν είναι το καλύτερο παιχνίδι που έχει φανταστεί ένα παιδί. Παρόλα αυτά τρεις κατσαρόλες, δυο ταπερ και μερικά μαχαιροπίρουνα μπορεί να διεγείρουν μια παιδική φαντασία πολύ περισσότερο από ένα play station ή οτιδήποτε άλλο. Όταν λοιπόν ένα μαχαίρι (που κάποτε θα μπορούσε να είχε κόψει κάποιο κομμάτι κρέας, να είχε ανοίξει μια πόρτα σε μια διάρρηξη ή να είχε καρφωθεί σε μια καρδιά) άρχισε να χτυπά μια κατσαρόλα, αρχικά ακανόνιστα και ίσως ενοχλητικά, μα σιγά σιγά με κάποιο ρυθμό ένα ταπερ άρχισε να το ακολουθεί. Τα παιδία δεν ήξεραν μουσική. Είχαν όμως ρυθμό. Και φαντασία. Όλα τα σκευή έγιναν όργανα. Άλλα έβγαζαν μουσική και άλλα όχι. Οι κατσαρόλες παράγουν ήχο αν πιστεύεις ότι είναι κρουστά και τα χτυπάς. Αλλά τα πιρούνια αν τα ενώσεις και πεις ότι είναι κιθάρα δεν ακούγονται. Μικρό το κακό. Το θέμα είναι ότι τα παιδιά έδωσαν την καλύτερη συναυλία που θα μπορούσαν να είχαν δει ποτέ τους. Και χάρηκαν. Και χάρηκαν τόσο πολύ που αποφάσισαν να μην επιστρέψουν ποτέ τα «όργανά» τους για να γίνουν μεγάλοι μουσικοί.
Τα παιδιά μπορούν να ονειρεύονται γιατί δεν έχουν αρνητικές εικόνες στο κεφάλι τους να καταλάβουν το χώρο τον σκέψεων. Η μητέρα όμως είχε ήδη αρχίσει να σκέφτεται ότι από δω και πέρα πιθανότατα θα είχε σημαδεμένα σκευή. Βέβαια, περίμενε ότι τουλάχιστον θα τα είχε.
«Που είναι τα πράγματα που σας έδωσα;»
«Ξέρεις στη διπλανή πόλη μια μπάντα δίνει αύριο μια συναυλία αλλά δεν κατάφερε να βρει όργανα και μας παρακάλεσε να τους τα δανείσουμε για να παίξουν. Θα μας τα επιστρέψουν αύριο είπαν.»
Πέντε παιδιά έκαναν καιρό να βγουν από το σπίτι τους. Τόσο καιρό όσο χρειάστηκαν να μετατρέψουν την αποθήκη σε στούντιο.


Μέσα στο δάσος πέντε παιδιά διασκέδαζαν ψάχνοντας πέτρες με περίεργα χρώματα. Κάτω από ξερά χόρτα δεν βάζεις εύκολα το χέρι σου γιατί συνήθως σε τρώνε τα φίδια. Δύσκολα θα πίστευες ότι θα βρεις τρεις κατσαρόλες, δυο ταπερ και μερικά μαχαιροπίρουνα. Τρεις κατσαρόλες, δυο ταπερ και μερικά μαχαιροπίρουνα; Και λοιπόν. Ας παίξουμε κάτι άλλο. Οι κατσαρόλες γυρνάνε στη κατηφόρα όπως και οι ρόδες που έχουν τα αυτοκίνητα. Και τα ταπερ έγιναν 2 τιμόνια για το πιο άνετο τρίκυκλο που έχει φτιάξει ποτέ ανθρώπινο χέρι. Πολλοί μικροί λεβιέδες ταχυτήτων από τα μαχαιροπίρουνα του έδωσαν μια τεραστία ταχύτητα. Και το ταξίδι κράτησε πολλές μέρες, ίσως και χρόνια. Και είδαν όλα τα μέρη του γνωστού και άγνωστου κόσμου.
«Λείψατε πάρα πολύ.»
«Συγνώμη, ο κόσμος φταίει που είναι μεγάλος.»
Πέντε παιδιά έκαναν πολύ καιρό να βγουν έξω από το σπίτι τους. Δεν ήταν η καλύτερη του μπαμπά μέσα στη νύχτα στην αστυνομία να τα ψάχνει πριν γυρίσουν νωρίς το πρωί. Έκαναν τόσο καιρό όσο χρειάστηκε να μετατρέψουν το δωμάτιο τους σε συνεργείο για το πιο άνετο και γρήγορο τρίκυκλο του κόσμου.


Ο περίπατος του σχολείου κατέληξε σε ένα μικρό δασάκι.
«Να μην απομακρυνθεί κανείς.»
Μικρές ομάδες χωρίστηκαν για να παίξουν. Με ότι βρουν. Ας πούμε με τρεις κατσαρόλες, δυο ταπερ και μερικά μαχαιροπίρουνα. Λίγα; Αρκετά για να ξυπνήσει ένα επιστημονικό δαιμόνιο. Πέντε μικροί επιστήμονες άρχισαν να ανακατεύουν νερό με χώμα και χυμούς δέντρων, φρούτα και μικρά έντομα για να θεραπεύσουν ένα φίλο τους. Χα, πολύ εύκολο για μας, ας σώσουμε και κανέναν άλλο ακόμα. Και όταν έσωσαν τους πάντες, γιατί δεν χρειάζεται να έρθουν όλοι οι ασθενείς αρκεί να βρεθεί φάρμακο για όλες τις αρρώστιες, οι «άσπρες μπλούζες» τους μαρτυρούσαν πόσο κόπο είχαν καταβάλει στην επιστήμη τους.
Η μαμά τους κατέβαλε πολύ μεγαλύτερο κόπο για να τα πλύνει και τελικά τα πέταξε.
«Και τι είναι μερικά ρούχα μπροστά στους τόσους ανθρώπους που δεν υποφέρουν.»
«Θα μου πεις όταν θα σου ξαναχρειαστούν ρούχα.»
Πέντε παιδιά έκαναν πολύ καιρό να ξαναχρειαστούν ρούχα γιατί έκαναν πολύ καιρό να ξαναβγούν από το σπίτι τους. Τόσο καιρό όσο χρειάστηκαν για να φτιάξουν το μικρό τους εργαστήριο.


Τρεις αναρχικές κατσαρόλες, δυο αναρχικά ταπερ και μερικά αναρχικά μαχαιροπίρουνα βαράγανε ντάγκλες ανάμεσα σε χόρτα κάτω από τα δέντρα μέσα στο δασός. Ευτυχισμένα γιατί στη ζωή τους έκαναν πολύ περισσότερα από όσα ήταν φτιαγμένα να κάνουν. Μια οικογένεια με πέντε παιδιά που βρέθηκε για πικ νικ στο δασός τα κλώτσησε μακριά όταν τα παιδιά πήγαν να παίξουν.
«Γιατί μαμά;»
«Γιατί είναι κακό.»
«Τότε γιατί είναι εδώ;»
«Δεν ξέρω. Μπορεί να ήταν κακά παιδιά στη ζωή τους και να τα εξόρισαν. Τι θες να κανείς παρέα με εξόριστους;»


Πέντε παιδιά κατάφεραν να γίνουν μια πολύ καλή μπάντα. Δεν έμαθαν ποτέ τους μουσική και γι αυτό έγιναν το πιο παράξενο γκρουπ. Με σχιζοφρενικούς ρυθμούς, κατάφεραν να αγγίξουν τις ψυχές κάποιων ανθρώπων που βαρέθηκαν να ακούνε τα ίδια και τα ίδια. Απλά ποτέ δεν έγιναν γνωστοί, ούτε ήταν ευπρόσδεκτοι όπου έπαιζαν. Οι πόλεις είχαν ένα άγχος μέχρι να φύγουν.


Πέντε παιδιά γύρισαν όλο τον κόσμο και έμαθαν για πολλές κουλτούρες και έγραψαν βιβλία. Αλλά ποτέ δεν εκδόθηκαν γιατί όλοι ήθελαν να μάθουν αλλά πράγματα από αυτά που μπορούσαν να δουν τα δικά τους μάτια. Γιατί τα μάτια τους ποτέ δεν διάβασαν γεωγραφία και ιστορία και οι αναζητήσεις τους δεν κατευθύνθηκαν από κανέναν. Έτσι μπόρεσαν να δουν και να περιγράψουν πράγματα τα οποία λίγοι ήθελαν να ξέρουν. Πούλησαν λίγα βιβλία μόνοι τους και λίγοι άνθρωποι έμαθαν αυτά που πολλοί δεν ήθελαν να δουν ότι υπάρχουν.


Πέντε παιδιά γύρισαν τον κόσμο γιατρεύοντας όσους περισσότερους μπορούσαν. Όχι από αρρώστιες γιατί ποτέ δεν έγιναν γιατροί αλλά από πείνα και κατάθλιψη με λίγο κλεμμένο φαΐ ή λίγη παρέα. Αλλά ποτέ δεν κατάφεραν να κάνουν φίλους γιατί δεν έμεναν κάπου και οι άνθρωποι φοβούνται αυτούς που μένουν στο δρόμο.


Πέντε παιδιά με κανονική ζωή και κανονικές δουλειές ποτέ δεν κατάφεραν να ακούσουν μουσική που δεν παίζουν τα ραδιόφωνα, ποτέ δεν είδαν πέρα από αυτά που γράφουν τα γνωστά βιβλία και ποτέ στα δύσκολα δεν εμπιστεύτηκαν κάποιον που δεν έχει μόνιμο σπίτι να τους δώσει φαγητό και συμπαράσταση αλλά και ούτε πρόσφεραν και οι ίδιοι ποτέ σε κανέναν...


Όλοι γέρασαν και πέθαναν. Τρεις κατσαρόλες δυο ταπερ και μερικά μαχαιροπίρουνα δεν έχουν καταφέρει ακόμα να ξαναφτιάξουν φαγητό αλλά δεν περνάνε άσχημα γιατί μαγειρεύουν όνειρα. Και άλλοι τα ζουν και άλλοι τα κλωτσάνε.



Το συγκεκριμένο κείμενο γράφτηκε πριν από περίπου δύο χρόνια ακούγοντας Tiger Lillies. Έπ' ευκαιρία της σημερινής τους συναυλίας, αλλά και ελλείψει εμπνεύσεως για κάτι καινούριο το αφήνω στο αγαπημένο μου blog που το έχω παραμελήσει λίγο τον τελευταίο καιρό

buzz it!

Σάββατο 20 Μαΐου 2006

"Ο Θάνατος της Μαρίας" (σχόλιο)

Το συγκεκριμένο σχόλιο μου βγήκε ένα διήγημα τριών χιλιάδων λέξεων. Υπάρχει στο blog του Νίκου Δήμου στο post με θέμα Ο Θάνατος της Μαρίας στις 11/5/06.

Αποφάσισα να στηρίξω την άποψή μου στο σχόλιο 10:47 πμ. Και γι αυτό πήγα και πήρα μια συνέντευξη από όλους. Διένυσα πολλά χιλιόμετρα αλλά τα κατάφερα.

Πρώτα από όλα πήγα στο σπίτι του Α.

a-x-a: Καλησπέρα σας κ. Α. Δεν ξέρω αν παρακολουθήσατε καθόλου σήμερα τι έγινε αλλά είστε στην επικαιρότητα.
Α: Όχι δεν ξέρω τι έγινε.
a-x-a: Ο κ. Δήμου έφερε στην επιφάνια την ιστορία που είχατε με τη Μαρία πριν πολλά χρόνια.
Α: α ναι –που τη θυμήθηκε;
a-x-a: Πείτε μας κάτι. Τι έγινε τότε;
Α: Τι να σας πω, εκείνη την περίοδο η Μαρία δεν πήγαινε και πολύ καλά. Της είχε κολλήσει ότι εγώ τη γουστάρω επειδή της είχα κάνει ένα κομπλιμέντο σε ένα πάρτι. Εγώ βέβαια δεν μπορούσα να κάνω κάτι γιατί ήξερα ότι τη γούσταρε ο Β με τον οποίο ήμασταν ανέκαθεν φίλοι και γείτονες. Αλλά τι να πεις έτσι είναι οι γυναίκες. Άμα τους μπει κάτι.
a-x-a: Εκείνο το βράδυ τι έγινε;
Α: ήταν 6 μήνες μετά το πάρτι που σας έλεγα. Είχαμε μιλήσει τηλεφωνικά και της είχα ξανά-μανά εξηγήσει ότι δεν τη γουστάρω παρότι είναι πολύ ωραία γυναίκα και ότι την έχω βρει μόνος μου. Για τον άλλον δεν είπα τίποτα γιατί μου είχε πει ότι θέλει να το χειριστεί μόνος του.
a-x-a: Μετά τι έγινε;
Α: Μετά την έπεσα για ύπνο. Και πάνω που με έπαιρνε γλυκά γλυκά ακούω χτυπήματα στην πόρτα. Τρέχω ανοίγω και τι να δω… Η Μαρία σε έξαλλη κατάσταση, μούσκεμα από τη βροχή, να κλαίει και να λέει κάτι ακατάληπτα. Τη βάζω μέσα, την ηρεμώ και προσπαθώ να της αλλάξω θέμα. Της έλεγα για τα παλιά, τότε που ήμασταν καλοί φίλοι και διάφορα τέτοια. Δεν την κράτησε πάνω από 5 λεπτά. Τα ίδια. Και σ’ αγαπάω και θα πεθάνω και τέτοια. Τι να κάνω και εγώ την άφησα να ξεσπάσει, με έβρισε, με έδειρε, με πρόσβαλε, κάποια στιγμή σταμάτησε. Το γύρισε αλλιώς μετά. Και είμαι ηλίθια που σε παρακαλάω, που εμένα τρέχουν από πίσω μου, δε θέλω να σε ξαναδώ στα μάτια μου είσαι αλήτης κλπ κλπ. Και σηκώνεται να φύγει. Βρε καλή μου, βρε χρυσή μου, που θα πας στη μαύρη νύχτα και με τέτοιο καιρό. Τίποτα αυτή. Δε θέλω τίποτα από σένα, άσε με να φύγω, μου σπάει και το μισό σπίτι, ε, κάποια στιγμή σταμάτησε. Μου είχε σπάσει τα νεύρα για να πω την αλήθεια αλλά την καταλάβαινα γιατί όταν είσαι έτσι δεν υπολογίζεις. Δεν την λυπόμουν απλά θα ήθελα να μην της συμβαίνει αυτό το πράγμα. Λες και δεν τα είχα περάσει και εγώ;
a-x-a: Και τελικά κοιμήθηκε σπίτι.
Α: Περίπου. Η βροχή όσο πήγαινε και δυνάμωνε. Της είχα στρώσει σε άλλο δωμάτιο και ξαφνικά την ακούω να με φωνάζει. Όταν πήγα να δω τι θέλει μου λέει αν μπορώ να της κάνω λίγο παρέα μέχρι να την πάρει ο ύπνος. Δέχτηκα γιατί ήξερα ότι φοβόταν τις αστραπές και τις βροντές από μια παλιά της συγκάτοικο. Τη σκέπασα καλά καλά και της χάιδεψα λίγο τα μαλλιά. Και την άκουσα να ανασαίνει λίγο πιο βαριά. Πριν προλάβω να καταλάβω τι γίνεται είχε αρπάξει το ΄δάχτυλο μου και άρχισε να μου το γλύφει. Όπα λέω τα πιάσαμε τα λεφτά μας. Τι της λες τώρα. Πάω κάτι να πω γυρνάει και μου κλείνει το στόμα. "Σσστ", μου λέει "μη χαλάς τη στιγμή". "Πια στιγμή βρε Μαριώ μου", της λέω "δεν τα είπαμε;".
a-x-a: Και μετά, και μετά.
Α: Μετά σηκώνεται λίγο από το κρεβάτι και τραβάει το μοναδικό κορδονάκι που συγκρατούσε ενωμένο το μπλουζάκι της και έτσι ημίγυμνη έρχεται κοντά μου, τόσο κοντά που η ανάσα της έκαιγε τα χείλη μου και μου λέει σχεδόν ψιθυριστά. "Τα είπαμε. Τα ξεκαθαρίσαμε. Αλλά τώρα είναι τώρα. Και αυτό το τώρα δεν θα ξανάρθει ποτέ". Δεν είχε πια κανένα από αυτά που θα μπορούσαν πριν να σε κάνουν να τη λυπηθείς. "Ζήσε το". Το κορμί της παρόλο που δεν με ακουμπούσε ένιωθα ότι έκαιγε, κάτι που είχε γίνει πιο έντονο και από το κλάμα λίγο νωρίτερα. Είχε γίνει μια γυναίκα με όλη τη σημασία της λέξεως. Μια γυναίκα που μέσα από την ταλαιπωρία της είχε βρει τον εαυτό της και ήθελε μόνο σεξ. Και, πίστεψέ με, ήξερε πώς να το πάρει…
a-x-a: Και μετά, και μετά.
Α: Τι και μετά ρε ανώμαλε; Μετά το κάναμε. Θες και λεπτομέρειες;
a-x-a: Ε, χμ, όχι θέλω να πω την επόμενη μέρα πως ξυπνήσατε;
Α: Περίεργα. Όταν τελειώσαμε η Μαρία μου γύρισε την πλάτη και κοιμήθηκε. Ή τουλάχιστον έτσι ήθελε να με κάνει να πιστέψω. Πήρε το ύφος που έλεγε "καλούτσικος ήσουν" σε μια απέλπιδα προσπάθεια να βγει κερδισμένη σε κάτι, και όλο το βράδυ δεν ξαναγύρισε προς την πλευρά μου. Κάποιες φορές νόμισα ότι άκουσα ένα λυγμό αλλά την έβλεπα ακίνητη και νόμιζα ότι κοιμόταν. Το πρωί όμως είδα τα πιο πρησμένα μάτια που έχω δει ποτέ μου και κατάλαβα ότι όλο το βράδυ έκλεγε. Η αλήθεια είναι ότι καμία στιγμή δεν μου ξεκόλλησε από το μυαλό η σκέψη του αν έκανα το σωστό. Εκείνη όμως είχε πάρει το ύφος που ήταν σα να σου λέει "ή το κάνεις, ή δεν μπορείς". Και το κόλλημά μου δεν ήταν μη με πει ανίκανο. Απλά, αν δεν το έκανα θα της είχα ρίξει δύο απορρίψεις το ίδιο βράδυ με ανυπολόγιστες συνέπειες. Είχα αρχίσει και να φοβάμαι. Νωρίτερα την είχα κρατήσει στο τσακ μη φύγει μέσα στην καταιγίδα να περάσει, άκουσον άκουσον, το ποτάμι απέναντι. Δε λέω ότι δεν μου άρεσε. Αλλά άλλο το ένα και άλλο το άλλο. Έτσι πολύ διστακτικά της είπα να της φτιάξω καφέ και εκείνη μου είπε ναι. Μετά από ένα λεπτό όμως τινάχτηκε από την καρέκλα και μου είπε, χωρίς να με κοιτάει, πως θα ήταν καλύτερα να φύγει. Τα ρούχα της ήταν ακόμα βρεγμένα και πήγα να της πω ότι θα μπορούσε να μείνει για λίγο, αλλά σαν να το κατάλαβε και με κοίταξε σαν να μου έλεγε γιατί, για να με κάνεις λίγο χειρότερα από ότι είμαι ήδη. Έτσι προτίμησα να σταματήσω το χθεσινοβραδινό παιχνίδι και της είπα ότι έχει δίκιο, καλύτερα να φύγει.
a-x-a: Και από τότε δεν την ξαναείδατε;
Α: Ε, αφού πνίγηκε; Και please μη με ρωτήσεις πως αισθάνθηκα και αν μου λείπει. Εκτός και αν σε έχει στείλει ο Αυτίας, οπότε σου σπάω το κασετοφωνάκι τώρα.
a-x-a: Όχι κ. Α. Σας ευχαριστώ πολύ.

Μετά πήγα στο σπίτι του Β. Προσπάθησα να ακολουθήσω ακριβώς τη διαδρομή της Μαρίας αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι τα κατάφερα γιατί το τοπίο έχει αλλάξει πολύ από τότε και ο κ. Δήμου δεν έδωσε αρκετές πληροφορίες. Φαντάστηκα όμως ότι η Μαρία δεν θα πήγαινε κατευθείαν αλλά θα έκανε μια μεγάλη βόλτα πρώτα. Έτσι αφού περιπλανήθηκα αρκετά έφτασα στην πόρτα του Β.

a-x-a: Καλησπέρα σας κ. Β. έρχομαι από το σπίτι του κ. Α. Θα ήθελα να μου πείτε δυο πραγματάκια για τη Μαρία.
Β: Αχ η Μαρία, χαμένο πήγε αυτό το κορίτσι ρε γαμώτο.
a-x-a: Τι έγινε εκείνη την ημέρα που ήρθε στο σπίτι σας;
Β: Ήταν πολύ ταραγμένη. Προσπάθησε να το παίξει άνετη και άρχισε να μου λέει ότι τον τελευταίο καιρό με σκεφτόταν πολύ και είπε να έρθει να δει τι κάνω. Χάρηκα που την είδα γιατί ήμουν πολύ ερωτευμένος μαζί της, αλλά παρατηρούσα κάτι ασυνήθιστο στην συμπεριφορά της. Εκείνη νόμιζε ότι με είχε πείσει ότι ήταν καλά και συνέχισε να μιλάει όλο και πιο έντονα και κάπου κάπου γελούσε χωρίς προφανή λόγο και πολύ νευρικά. Την ήξερα όμως πολύ καλά γιατί την παρατηρούσα πολύ καιρό. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς της είχε συμβεί αλλά μου έδινε την εντύπωση ότι, από τη μια ήταν πολύ ταραγμένη και, από την άλλη, ότι είχε ένα απροστάτευτο στυλ, εκείνο που έχουν οι γυναίκες όταν θέλουν να τις πάρεις αγκαλιά όταν θέλουν να σε προκαλέσουν. Αυτό το τελευταίο, όσο πέρναγε η ώρα, εμένα με αποσυντόνιζε όλο και πιο πολύ και υπέθεσα ότι σκέφτομαι βλακείες ενώ ήταν μπροστά μου το αντικείμενο του πόθου μου έτοιμο να πέσει στην αγκαλιά μου. Οπότε σηκώθηκα και πήγα και έκατσα δίπλα της σε μία παύση της κουβέντας. Τότε εκείνη ξαφνικά έδειξε να νιώθει κάπως άβολα και για μια στιγμή κοίταξε κάτω σαν να προσπαθούσε να συγκεντρωθεί σε κάτι. Μετά σήκωσε το κεφάλι της, ελαφρώς χαμογελαστή, και με κοίταξε –αλλά όχι στα μάτια. Έβαλα το χέρι μου στον ώμο της και της είπα "Μαρία τι έχεις". Δάγκωσε το πάνω χείλος της και με πήρα αγκαλιά. Τίποτα που λέει και άρχισε να με σφίγγει. Είπε και ένα δεύτερο τίποτα αλλά αυτή τη φορά πνιγμένο στα κλάματα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Την κράτησα αγκαλιά μέχρι που ξέσπασε και σταμάτησε να κλαίει. Της είπα ότι εγώ την αγαπάω και ότι αν αισθανόταν καλά θα μπορούσε να μου πει τι είχε συμβεί.
a-x-a: Και σας είπε την ιστορία με τον Α;
Β: Ναι. Ό,τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ. Και μετά μου είπε ότι μέσα από αυτή τη διαδικασία κατάλαβε πόσο λάθος έκανε που δεν με ήθελε τόσο καιρό και ότι θα μπορούσαμε να είμαστε πολύ καλά μαζί.
a-x-a: Και εσείς τι κάνατε.
Β: Της είπα τα εξής –τα θυμάμαι σαν χθες. "Μαρία μου ξέρεις πόσο σε αγαπάω και πόσο καιρό σε κυνηγάω. Αυτό που μου ζητάς αυτή τη στιγμή το ονειρεύομαι κάθε βράδυ. Αλλά την ευχή την έκανα μισή. Φαντάστηκα τη διαδρομή από το σπίτι σου μέχρι εδώ κατευθείαν και όχι με στάση, διανυκτέρευση και -θου Κύριε- στον Α." "Δηλαδή", μου λέει, "δεν με θες επειδή δεν είσαι ο πρώτος μου;" "Μη τα λες όπως σε βολεύουν Μαρία. Δεν σε θέλω τώρα και έτσι. Ή για να στο πω και αλλιώς εσύ δεν με θες. Εσύ τώρα θες κάποιον για να νιώσεις καλύτερα. Κάποιον για να ξεχάσεις. Και δεν είμαι ο κατάλληλος. Γιατί εγώ λιώνω για σένα. Αλλά όπως έλιωνα έχω συνηθίσει. Δεν θέλω να λιώνω διπλά όταν θα σε έχω αγκαλιά και εσύ θα σκέφτεσαι τον άλλον"
a-x-a:…
Β: "Μου είπες ότι δεν σε θέλω επειδή δεν είμαι ο πρώτος σου. Εγώ λοιπόν θα σου πω το εξής. Πήγαινε με όποιον και με όσους γουστάρεις. Κάνε ό,τι θες. Και ξαναγύρνα. Εδώ θα είμαι και θα σε περιμένω. Αλλά γύρνα μόνο για μένα. Και πείσε με για αυτό. Αλλιώς μη γυρίσεις ποτέ. Πίστεψέ με πονάω απίστευτα με αυτό που σου λέω. Έκλαψα και παρακάλεσα πόσες νύχτες για να έρθεις και τώρα σε διώχνω. Αλλά πιο πολύ από το κορμί σου θέλω την καρδιά σου και το μυαλό σου."
a-x-a: Και εκείνη τι έκανε;
Β: Έμεινε για ένα λεπτό ακίνητη και μετά με κοίταξε και μου είπε ότι έπρεπε να γυρίσει γρήγορα στην απέναντι όχθη γιατί στην από δω τα έχει κάνει αρκετά σαλάτα. Δεν είπα κουβέντα, γιατί υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να αρχίσω εγώ να κλαίω στην αγκαλιά της, και την πήγα ως την πόρτα. Με αποχαιρέτησε με ένα φιλί στο μάγουλο και, χωρίς να μου ρίξει ματιά έφυγε.
a-x-a: Και από τότε δεν την ξαναείδατε;
Β: Ε, αφού πνίγηκε; Τι είμαι βρικόλακας να βλέπω φαντάσματα; Δεν πιστεύω να σε έχει στείλει ο Χαρδαβέλας γιατί θα σε στείλω να τη βρεις!
a-x-a: Όχι κ. Β. Σας ευχαριστώ πολύ.

Προσπαθώντας πάντα να μπω στην ψυχολογία της Μαρίας, έφυγα από το σπίτι του Β και περιπλανήθηκα. Φαντάστηκα ότι η Μαρία δεν θα πήγε κατευθείαν στον Ψυχίατρο αλλά μάλλον θα έπεσε κατά λάθος πάνω του περνώντας μια λανθασμένη κατεύθυνση αντί της σωστής προς την όχθη. Προφανώς εκεί θα κατάλαβε εις ποίον ηθικό τέλμα είχε υποπέσει μέχρι στιγμής και θα είπε "φράγκα έχω, δεν πάω να τα πω να ξεδώσω και λίγο". Έτσι λοιπόν και εγώ, ως άλλη Μαρία, έκρουσα τον του ψυχιάτρου κώδωνα της θύρας και εισήλθον της οικίας του (και σταματάω εδώ τα αρχαία).

a-x-a: Καλησπέρα σας κ. Ψυχίατρε. Θα ήθελα να μιλήσουμε για μία ασθενή σας που είδατε μόνο μία φορά τη Μαρία.
Ψ: Μμμ. Περίεργη περίπτωση. Τη θυμάμαι χαρακτηριστικά. Είχε έρθει πολύ αλαφιασμένη. Και με το δίκιο της. Είχε κάνει χοντράδες.
a-x-a: Τι σας είχε πει;
Ψ: Όλα. Και για τον Α και για τον Β. Και πως τα είχε μπλέξει και πόσο άσχημα αισθανόταν και για τους δύο. Της είπα να ηρεμήσει και για λίγο αλλάξαμε κουβέντα. Αφού την είδα πιο δυνατή τη ρώτησα τι την οδήγήσε σε όλα αυτά. Μου είπε πως δεν ήξερε αλλά περισσότερο τώρα την ενδιέφερε πως θα τα διόρθωνε όλα αυτά. Δεν ήθελε να πληγώσει κανέναν κατά βάθος. Την είχε συνεπάρει το αρρωστημένο πάθος, η ανεκπλήρωτη αγάπη αν θέλετε, και γι αυτό έπραξε τόσο ανάρμοστα. Της είπα βέβαια ότι πρέπει να την ξαναδώ, και ίσως αρκετές φορές, και εκείνη το δέχτηκε με χαρά. Αλλά της είπα ότι σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να ξαναέχει επαφή με κανέναν από τους δύο για λίγο καιρό αφού, κάτι τέτοιο, θα περιέπλεκε τα πράγματα περισσότερο. "Χρειάζεται χρόνος", της είπα, και το κατάλαβε. Δεν ήθελε να μιλήσουμε για τίποτα άλλο και, μιας και έδειχνε όλο και καλύτερα με το συγκεκριμένο θέμα, δεν την πίεσα. Φαινόταν δυνατός άνθρωπος και, από ότι μου είπε και η ίδια, η ζωή μέχρι στιγμής της είχε φερθεί παραπάνω από επιεικώς. Όταν διαπίστωσα ότι δεν κινδύνευε η σωματική της ακεραιότητα από αυτοτραυματισμούς, απόπειρα αυτοκτονίας, ή τάση για αλκοολισμό και ναρκωτικά της συνέστησα να πάει στο σπίτι της, να πιει ένα χαμομήλι και να κοιμηθεί και εκείνη το δέχτηκε. Είχε καταλάβει ότι αν είχε τον κατάλληλο χρόνο θα μπορούσε να τα διορθώσει όλα και είχε αρχίσει να γίνεται πιο χαρούμενη. Σχεδόν ζούσε για τη στιγμή που θα ξαναγίνονταν όλα καλά όπως ήταν πάντα.
a-x-a: Και από τότε δεν την ξαναείδατε;
Ψ: Ε, αφού πνίγηκε; Ή μήπως δεν το πιστεύεις και νομίζεις ότι την έχω απαγάγει. Δε μου λες, μήπως σε έχει στείλει η Νικολούλη να σε μαυρίσω στο ξύλο;
a-x-a: Όχι κ. Ψ. Σας ευχαριστώ πολύ.

Από τα πέντε πρόσωπα που είχα να συναντήσω είχα ήδη συναντήσει τα τρία και είχα επιβεβαιώσει τις υποψίες μου ότι κανείς δεν φταίει στην ιστορία. Τώρα μου έμενε ο Περαματάρης και ο… Ληστής. Και καλά ο ένας, θα ήταν στην όχθη, ο άλλος; Περπατούσα και πάλι, αλλά τώρα με αργό βήμα προσπαθώντας να βρω ένα τρόπο ώστε να μου την πέσει ο πολυπόθητος Ληστής. Και –ω του θαύματος- ξαφνικά μπροστά μου εμφανίζεται ένας μπάτσος! Τον ρωτάω λοιπόν αν ήξερε το ληστή της Μαρίας και μου είπε ότι τον είχε σκοτώσει ο ίδιος σε μια καταδίωξη που ακολούθησε της εύρεσης του πτώματος της άτυχης Μαρίας, λίγες μέρες μετά. Μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι. Δεν υπήρχε πλέον κανένας τρόπος να μάθω τη γνώμη του. Έκανα να φύγω απελπισμένος όταν ο καλός αυτός μπατσούλης με πληροφόρησε ότι πάνω του είχε βρεθεί ένα γράμμα που αναφερόταν στο θέμα. Το παραθέτω αυτούσιο:

"Αν θα το ιξερνα οτι θα γινουταν αφτο το κακο θα εμενα νιστικος εκινη τι μερα. Τιν εβλεπα τι γκομενα από το προιγουμενο βραδι που πιγενε από το ένα σπιτι στο αλο κε λεο πουτανα θα ινε, πιρε κε 2 πελατες, κονομισα. Κε τις τιν επεσα να τις τα παρο. Όταν ιδα ποσα λιγα ιτανε τις λεο που ταφαγες μορι ξεκολιαρα, πουνε τα ιπολιπα. Ταχε πεξι κε δε μιλαγε. Κε λεο, νταξ, δε μπιραζ, θα τις ριξο κε ένα κε ιμαστε σουπερ. Τοτε ομος αυτινα εγινε σκιλα. Μουσκασε 2 ξαναστροφες που ακομα κουδουναι το κεφαλι μου κε μουφυγε ι βρομα. Φιλαξα να δο ομος τι θα κανι. Κε τιν ιδα να μιλαι με τον περαδοθετζη για να τινεπαι αποκι. Λεο καλα θα του κατσι κε τερμα. Μετα τιν ιδα να φεβγει πιο κι μοναχη κε λεο θα περιμενι κε καμια αλη ο τιπος. Κε αρχιζο να φιλαο παλι να ψιρισο κε τιν αληνα, να ρεφαρο κε τι γκινια από τι προτινα. Κιταο κιταο δε βλεπο μιτε φουστανι μητε τακουνι. Γιρναο μια προς τα νερα κε βλεπο τι δικια μου με τα βρακια κε λεο να τορα θα του κατσι να παι σπιτι. Κιαυτι η μουρλι δινι μια κε πεφτι στα νερα οσαν τον κορκοδιλα. Κε τοτενες εκαταλαβα τη μαλακια μου. Ετρεξα να τινε προλαβω μα εκινι ιχε γινι χελι κε παι. Τις εβαλα κε μια φονι να γιρισι να τις δοκο τα λεφτα να παι σπιτι μη μπνιγι μα κινι νομισε καταπος φενετε ότι σαν την ιδα τσιτσιδι εκαψωσα κε ιθελα τα πριν που δεν εκανα. Αμα θα το ιξερνα τουτο το κακο πος θα γινουταν κε τρις μερες δεν θα τρογα".

Αποφασιστικά, πλέον κατευθύνθηκα προς τον Περαματάρη και του ζήτησα να μου συμπληρώσει και αυτός το κομματάκι που μου έλειπε από το παζλ του θανάτου της Μαρίας.

a-x-a: Καλησπέρα σας κ. Περαματάρη. Θα ήθελα να μου πείτε μερικά πράγματα για τη Μαρία.
Π: Τι να σου πω παιδί μου… Τσάμπα, Τσάμπα το καημένο.
a-x-a: Καλά πως έγινε;
Π: Αχ, να σου πω. Το προηγούμενο βράδυ, που την πήρα από απέναντι, τη ρώτησα που πάει και αν το σπίτι της ήταν εδώ ή από κει. Μου είπε ότι ήταν εδώ. Και που πας ρε κοριτσάκι μου της λέω μες τη μαύρη νύχτα και με τέτοιο καιρό; Είναι επείγον μου λέει, έπρεπε να δει κάποιον. Της λέω λοιπόν: "θα γυρίσουμε σήμερα η αύριο;" "Αύριο μου λέει", σίγουρη ότι θα κοιμόταν από κει. "Καλά", της λέω, "αλλά θέλω τόσα". Μου είπε ότι τα έχει αλλά θα μου δώσει τα μισά τώρα και τα άλλα όταν γυρίσουμε από φόβο μη την αφήσω από κει. Δε μου άρεσε και πολύ, γιατί πρόσφατα είχα χάσει πολλές φορές τα λεφτά μου από τέτοια καλοπιστία, αλλά είπα να την πάω. Την άλλη μέρα έρχεται και μου λέει κάτι παραμύθια –έτσι νόμιζα δηλαδή- ότι την κλέψανε και θα μου έδινε τα λεφτά από κει όταν πήγαινε στο σπίτι. Με άλλη μία που το ‘χα δεχτεί, όταν πήγαμε πέρα, με περίμεναν δύο μπρατσωμένοι και με κάνανε τουλούμι στο ξύλο. Και λέω και ‘γω μέσα μου, τέτοια είσαι, κάτσε εδώ να μάθεις. Αυτή επέμενε ότι έλεγε την αλήθεια, και να σου πω δε μου φαινότανε για απατεώνισα, αλλά και ‘γω μεροκαματιάρης άνθρωπος είμαι, άμα δε με πλήρωνε τι θα έτρωγαν τα παιδιά μου; Σκέφτηκα, λοιπόν, μόλις έρθει και κάνας άλλος, και έχω βγάλει εγώ τα ναύλα μου, να την πάρω και αυτήν. Δεν της το είπα όμως μήπως και την έπιανε το φιλότιμο και μου τα ‘δινε. Όπως περίμενα λοιπόν τη βλέπω να γδύνεται και να πέφτει μέσα. Τρελάθηκα. Πάω να τη φωνάξω και τη να δω. Ο Ληστής με είχε προλάβει και πήγαινε να της πάρει τα ρούχα. Κρύβομαι λίγο μέχρι να φύγει και αυτός καθόταν εκεί και την κοίταζε. Και δεν τη πρόλαβα.
a-x-a: Και από τότε δεν την ξαναείδατε;
Π: Ε, αφού πνίγηκε; Ή μήπως νομίζεις ότι την έσπρωξα εγώ. Δεν πιστεύω να σε έχει στείλει ο Σόμπολος για αστυνομικό ρεπορτάζ γιατί θα πνίξω εσένα
a-x-a: Όχι κ. Π. Σας ευχαριστώ πολύ.

Τελικά μόνο τη Μαρία δεν βρήκα.

Αλλά αν έβρισκα και τη Μαρία δεν θα υπήρχε λόγος για το post…

buzz it!