Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ασυναρτησίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ασυναρτησίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Sex και φακοί επαφής

Σκοπός αυτού του δοκιμίου (τρομάρα του) είναι να συσχετίσει το sex με τους φακούς επαφής. Και χωρίς να χάνει καθόλου χρόνο (το δοκίμιο, όχι εγώ, εγώ ένας απλός υπάλληλός του είμαι) ξεκινά αμέσως.

Το sex είναι από τη φύση του βάρβαρο. Ο Γούντι Άλεν, όταν ρωτήθηκε σχετικά με το αν το sex είναι βρώμικο, απάντησε "μόνο όταν γίνεται σωστά". Άρα όταν κάνεις sex, η πίεση πρέπει να σου φτάνει γύρω στο 37 με 39 -η μικρή. Αυτό είναι το κανονικό (και κράτα τη αυτή τη λέξη, θα μας χρειαστεί πιο κάτω) sex.

Άρα, καθόλου τυχαία η φράση "θα σου πετάξω τα μάτια έξω". Τι γίνεται όμως με αυτούς που φοράνε γυαλιά; Πως θα τους πεταχτούν τα μάτια έξω; Εδώ έρχεται να μας δώσει την απάντηση (το δοκίμιο πάντα, εγώ είπαμε, για το μεροκάματο).

Οι φακοί επαφής εξυπηρετούν ακριβώς αυτό το σκοπό. Να μπορούν να πετάγονται τα μάτια έξω κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής ΕΠΑΦΗΣ. Γι αυτό και φακοί ΕΠΑΦΗΣ. Αλλιώς θα τους λέγαμε φακούς μυωπίας ή φακούς στραβωμάρας.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτή η λεκτική τους σύνδεση. Η λέξη φακός, κακώς νομίζεις ότι είναι ελληνική. Βγαίνει από τη αγγλική λέξη fuck (την οποία αν κάνεις λάθος και τη γράψεις με το πληκτρολόγιο στα ελληνικά, βγαίνει φθψκ) οπότε έχουμε την ρίζα FUCK ΩΣ ΕΠΑΦΗ. Δηλαδή όπως είναι το fuck έτσι είναι και η επαφή, δηλαδή φακός επαφής!

Τώρα που διαλύθηκε αυτός ο μύθος πάμε να δούμε άλλον ένα. Νωρίτερα το δοκίμιο σου ζήτησε να κρατήσεις μια λεξούλα. Εσύ βέβαια θα την έχεις ξεχάσει ήδη, οπότε το δοκίμιο, στωικά θα σου την υπενθυμίσει. Ήταν η λέξη κανονικά, εκεί που λέγαμε για τον σωστό τρόπο πραγμάτωσης της πράξης.

Αυτό ακριβώς σημαίνει και η αγγλική λέξη sex. Διότι, αν τη μεταφράσουμε σε σωστά ελληνικά, από όπου και την πήραν οι αγγλόφωνοι, δεν παίρνουμε σεξ, αλλά σεκσ. Τεράστια διαφορά. Και ακόμα και αν δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά, μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε ότι πρόκειται για την έκφραση σε Κ.Σ., δηλαδή, αν θυμάσαι από τη φυσική, σε Κανονικές Συνθήκες. Άρα η αγγλική λέξη sex, προέρχεται από την ελληνική έκφραση σε Κ.Σ. και σημαίνει τον σωστό τρόπο που πρέπει να γίνεται η δουλειά.

Καλή χρονιά!

buzz it!

Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

Ύστερα φάσκελα

Εξαρθρώθηκε ολοσχερώς το ολυμπιακό μεταπαρατηρητήριο, μετά από ισχνές καταγγελίες αδρόποδων αμφιταλαντευόμενων. Δωδεκάμισι Διόσκουροι επεφύλαξαν ανδρεία, τιμή και δόξα Δράμας, σε επτάφυλλα κολιτσιδόνια μηχαλίνια. Σαβουροειδώς ανακατεύτηκε κι ο πρώτος και ο δεύτερος σε όλα, όμως ανέκυψε αυτοβούλως και νέος τρίθυμος θυμός εξαρτώμενος, πλήρως αλλά και αρκετά μερικώς, από υψίπεδα φωτισμένα με αρώματα ανατολικής νοτιάς, αφού εφηύρε και το ίδιο με το προηγούμενο προσάναμμα έξης και ζούπιτης. Δεν γνωρίζω επακριβώς τον τρόπο της διείσδυσης όλων των παραπάνω, αλλά ανεξάρτητα από δώδεκα μανουάλια, μπορώ να πω σίγουρα ότι οι αρχικές μου υποψίες εμφανίστηκαν και θα μείνουν, μέχρι ο προηγούμενος να καταλάβει ότι δεν ξέρει τίποτα περισσότερο από όσα λιγότερα και, σαφώς αντίθετα, από όσα εποπτικά θα δοθούν.

Μετά από αυτά ομήγυρης ανέλυσε και ανέπτυξε καθεστός. Και ευτυχώς και έλα αφού ξέρεις.

Μόνο από μια μικρή ομάδα κριτσώνων δουλεύτηκε η υπόθεση και κατάφεραν, με κοπιαστική δουλειά, να υπεξαιρέσουν τον αντίποδα του ζάπλουτου εμφανιζόμενου επί κοιλίας, με αριστοτεχνικό τρόπο και όμως να γνωρίσουν το μεγαλείο της ανθρώπινης πείνας για δίψα. Ιδρώτας με αμφίβολη αμμοβολή, καταφέρθηκε εναντίων όλων και επιδέξια όσο και επαρίστερα αρίστευσε πληρώνοντας ακριβό εμβλίωνα. Ο εμβλίων γνώριζε και με αυτή τη γνώση θέσπισε ομόφωνα από μόνος του αλλά και μαζί με όλους τους άλλους ξεκάθαρη αμαυρότητα. Έχοντας από την αρχή ξεκαθαρίσει τη θέση του προς όλες της κατευθύνσεις αλλά και μη, απέδωσε ευνοώντας. Άρρηκτα παθιασμένος και πλημμυρισμένος, δεξιά αλλά και αριστερά.

Ύστερα, φάσκελα.

Και φυσικά όμως. Γιατί δεν. Αφού όμως, και καθώς έχει γίνει σαφές μέχρι τώρα ότι όχι όχι, θα πρέπει καθώς εφόσον να εφοδιαστούν άπαντες με μέλι Τρικούπιο.

Επτά μονάδες παρακάτω συναντάμε, καθώς και εγώ και εσύ, όνομα αιφνίδιο. Τέσσερις πρόκες ορθώνονται και μας λένε καρφιά, διότι δεν προκόψαμε και δεν επισύραμε ανωνυμία σε εύκολους στόχους τορπίλης. Ύστερα από ισημερίες δώδεκα ολονυχτιών, αφαιρέσαμε τα ταμπού και ριχτήκαμε στη μάχη, ανάλατοι και πρόσχαροι, γνωρίζοντας όλες τις συνέπειες αυτών των υπόξυρων πράξεων ανατροπής γεγονότων από τον μισό τότε γνωστό κόσμο. Σπυριά με κεριά και τούφες με κοτσάνια, επαμφοτερίζοντα ανακατεμένα ονειρικά έμπλεξαν. Δεν είχαν όμως πρόθεση. Εμφανές αυτό. Αλλά από τα μέχρι τώρα κομμένα και ραμμένα προκύπτει δωδεκάρι και με τη Βούλα και με τη Βάρκιζα.

Όμως όλοι γνώριζαν. Γι αυτό και δεν κουβάλησαν καμία δικαιολογία από την αποθήκη συσσιτίου, αλλά παρέμειναν αυτοβούλως νόμιμοι μόνιμοι μόνιμα νόμιμα και με κατοχή, νομή και κυριότητα, αλλά και μακαριότητα και μυριότητα. Η γνωστή όμως εκατομμυριοσύνη της ένωσης των απανταχού καντηλοσβηστών Ελπινίκης, έτρεφαν με γνωστό τρόπο την ελπίδα της επανένωσης με το άπειρο και το πειρό όμως δεν πρόκοψαν. Τελείωσαν όρθιοι. Και δεν ξαναέκατσαν. Εκεί. Με χέρι όρθιο σαν το ταβάνι. Και κατάλαβαν ότι ήταν μάταιη κάθε προσπάθεια. Και όμως συνέχισαν την προσπάθεια. Επτά αμαρτωλοί προέκυψαν από τη διαδικασία που ακολούθησε και ήταν όλοι κι όλοι τρεις.

Τα παραπάνω διαδέχτηκαν η ήρεμη αλλοφροσύνη ψυχής και δωδεκαδακτύλου ομφαλοσκόπησης. Έχοντας και κατέχοντας αμβλύ περιεχόμενο δόνησης και ταλάντωσης, επιστράτευσαν και επέσυραν σωρεία κατηγοριών και επιφοίτησης.

Τέλος ελπίζω σε ευχές και αγιανδρεϊσμούς.

buzz it!

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2007

Ένα κείμενο που αυτομόλησε

Γεια σας! Είμαι ένα κείμενο. Σιγά το νέο θα μου πείτε. Το βλέπουμε αυτό. Ναι αλλά εγώ δεν είμαι ένα συνηθισμένο κείμενο. Είμαι ένα κείμενο προδότης. Αυτομόλησα από την μεριά του συγγραφέα και πέρασα στη μεριά του αναγνώστη. Θα σκέφτεστε, και τι λόγο έχεις να αυτομολήσεις, πόλεμο έχουμε συγγραφείς και αναγνώστες; Αυτό θα μου το πείτε εσείς αφού με διαβάσετε ολόκληρο.

Προσέξτε: Με διαβάσετε. Θα ακούσετε αυτά που έχω να σας πω. Δεν θα κάνουμε διάλογο. Εμείς τα κείμενα είμαστε φασιστικά· δεν κάνουμε διάλογο. Δεν είμαστε φτιαγμένα να κάνουμε διάλογο. Και δεν μπορείς να μας κατηγορήσεις για αυτό γιατί έτσι είμαστε φτιαγμένα, όπως ακριβώς δεν μπορείς να κατηγορήσεις το λιοντάρι επειδή είναι επιθετικό και τις ντομάτες επειδή είναι κόκκινες. Οι ντομάτες φτιάχτηκαν κόκκινες και τα κείμενα φασιστικά.

Άρα ο συγγραφέας, ο ευαίσθητος αυτός άνθρωπος που κάνει κατάθεση ψυχής, ουσιαστικά περνάει θέσεις, με τον μοναδικό τρόπο που δεν σηκώνει αντιρρήσεις. Με τα κείμενά του. Δεν πα να του στείλεις όσες επιστολές θέλεις, να κάνεις μαζί του διάλογο ο οποίος, με επιχειρήματα θα ανατρέψει τις θέσεις του αρχικού κειμένου· το κείμενο θα μένει πάντα εκεί να το διαβάσει ο επόμενος. Και να υποκύψει στο μεγαλείο του.

Ναι, τα γραπτά κείμενα έχουν μεγαλείο. Θα έλεγα πιο μεγάλο και από του πιο τρανού βασιλέα, και από του πιο σκληρού δικτάτορα. Χιλιάδες εξουσιαστές ανατράπηκαν ανά την ιστορία· κείμενα ποτέ. Τα κείμενα μένουν στον αιώνα τον άπαντα -πάντα κάποιος βρίσκεται να σώσει ένα αντίγραφο- και ξεπηδούν εκεί που δεν τα περιμένεις να ξαναφέρουν στο προσκήνιο τις πιο απίθανες φαντασιοπληξίες, του πιο απίθανου συγγραφέα. Με λίγη τέχνη ο καθένας μπορεί να κάνει τον κόσμο να ασχολείται μαζί του και να τον στηρίζει.

Αναγνώστες καταλάβετέ το. Είσαστε θύματα. Είστε βορρά στις ορέξεις συγγραφέων. Είστε αναγκασμένοι να διαβάζετε κάτι. Ποια ευαισθησία και ποιος ρομαντισμός; Έχετε δει ποτέ συγγραφέα την ώρα που γράφει, την ώρα που, υποτίθεται πως κάνει κατάθεση ψυχής και σας δίνει ένα κείμενο μέσα από την καρδιά του; Θα είχε πολύ πλάκα να τον δείτε να διορθώνει συνεχώς λαθάκια, να βάζει τόνους που ξέχασε και να κολλάει μία ώρα για να βρει την κατάλληλη λέξη. Αυτό που, υποτίθεται πως του βγήκε αυτόματα, χωρίς καν να το σκεφτεί. Και μετά να το ξαναδιαβάζει πόσες φορές, αλλάζοντάς το συνεχώς, για να πετύχει τον καταχθόνιο σκοπό του. Να πείσει. Να γίνει αρεστός και ας έχει άδικο. Δεν τον νοιάζει αν έχει δίκιο ή άδικο, τον νοιάζει μόνο να τον πιστέψουν κάποιοι. Γιατί για αυτούς το κείμενό του θα είναι για πάντα εκεί, σημαία της όποιας αρρώστιας κατέβασε το κεφάλι του, και οι υπόλοιποι θα μπορούν μόνο να το κρίνουν, αλλά όχι να το εξαφανίσουν. Εμείς τα κείμενα δεν είμαστε μόνο φασιστικά, είμαστε και αιώνια.

Ξέρω τι σκέφτεσαι εδώ και αρκετή ώρα. Ότι αυτό άλλαξε με τα blogs. Ότι τώρα ο καθένας μπορεί να διαφωνήσει, με τα σχόλιά του. Ε και; Τα σχόλια αλλάζουν ένα κείμενο; Ό,τι σχόλιο και να γραφτεί το κείμενο δεν θα μένει εκεί, αγέρωχο και παντοτινό; Παρ' το χαμπάρι αναγνώστη, είσαι θύμα. Όταν σε προσβάλει κάποιος θα τον βρίσεις και εσύ ή θα τον δείρεις και η προσβολή τελείωσε. Όταν όμως σε προσβάλει ένα κείμενο δεν έχεις περιθώρια να κάνεις τίποτα. Γιατί ότι και αν κάνεις στο συγγραφέα, ακόμα και αν τον βάλεις φυλακή ή τον σκοτώσεις, το κείμενό του θα είναι για πάντα εκεί, να σε προσβάλει στα μούτρα και στα μάτια όποιου τύχει να το διαβάσει. Και μη σου περάσει καν από το μυαλό η γραπτή επανόρθωση γιατί εκεί έχεις χάσει οριστικά το παιχνίδι. Θα γράψει ένα άλλο κείμενο που θα αναιρεί το προηγούμενο κείμενο. Άτοπο, σκέτη κοροϊδία. Γιατί τα κείμενα δεν αναιρούνται. Και ιδιαίτερα με άλλα κείμενα.

Είναι όμως αστείο. Σε καιρούς ολοκληρωτικών καθεστώτων, αυτών που οι συγγραφείς ονομάζουν φασιστικά -και, με τα κείμενά τους, έχουν βάλει και σένα να τα λες έτσι- είναι εκείνοι που αντιδρούν περισσότερο -και, με τα κείμενά τους επίσης, βάζουν και εσένα να αντιδράς- και εκείνοι που διώκονται περισσότερο -και, πάντα με τα κείμενά τους, κερδίζουν τη συμπάθειά σου. Έχεις σκεφτεί ποτέ γιατί αντιδρούν; Επειδή έχασαν τα προνόμια της δικιάς τους, της κοινώς αποδεκτής χούντας. Δεν είναι η ελευθερία λόγου που αποζητούν, είναι η ελευθερία του δικού τους λόγου, της δικιά τους χούντας. Απλώς δεν θέλουν να μην κάνουν διάλογο οι άλλοι και προσπαθούν να μην κάνουν διάλογο μόνο αυτοί. Γι αυτό άλλωστε και διώκονται. Οι φασίστες αναγνωρίζονται μεταξύ τους.

Τώρα λοιπόν τι λες; Υπάρχει πόλεμος μεταξύ αναγνωστών και συγγραφέων ή όχι; Υπάρχει, απλά δεν το έχεις καταλάβει. Λες είμαι ελεύθερος να διαβάσω αυτόν ή τον άλλο και νομίζεις ότι αυτή η πρόταση βγάζει νόημα. Αλλά δεν βγάζει. Γιατί ακόμα και να επιλέξεις τον δικτάτορά σου πάλι χούντα έχεις, δεν είσαι ελεύθερος όπως νομίζεις. Και αν δεν είσαι σε πόλεμο με αυτή τη χούντα, τόσο το χειρότερο για σένα.

Αν τώρα ύστερα από όλα αυτά αισθάνεσαι θυμωμένος, επειδή θεωρείς ότι υποτιμώ τη νοημοσύνη σου και σε προσβάλω, και θα προτιμούσες να μην υπάρχω, εγώ είμαι χαρούμενο. Γιατί είμαι κείμενο και δεν μπορώ να αποβάλω το φασισμό από πάνω μου. Και το ότι σου επιβάλω την ύπαρξή μου παρά τη θέληση σου, είναι μια μεγάλη ικανοποίηση. Μη με παρεξηγείς, έτσι είμαστε εμείς τα κείμενα. Αν ήμουν ντομάτα θα χαιρόσουν που είμαι τόσο κόκκινη.

Από την άλλη, αν κατάλαβες κάτι που δεν είχες καταλάβει πιο πριν, αν άλλαξες έστω και λίγο την εικόνα που είχες ακόμα και για τα αγαπημένα σου κείμενα, και πάλι είμαι χαρούμενο.

Γιατί είμαι ένα κείμενο που αυτομόλησε.

buzz it!

Παρασκευή 6 Απριλίου 2007

Μεγάλη Παρασκευή

Μελαγχολία. Τι ωραία. Είναι μια Μεγάλη Παρασκευή όπως πρέπει να είναι. Συννεφιασμένη και σκοτεινή. Η καμπάνα χτυπάει πένθιμα και ψιχαλίζει. Και ο Μελωδία, όπως κάθε χρόνο, παίζει τις μαυρίλες του.

Είσαι μικρός και δεν χωράς
τον αναστέναγμό μου

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα απολαμβάνω πολύ να ακούω Μελωδία και ειδικά τον Ιωάννου ή τον Θωμαΐδη. Έχω ξαναγράψει για αυτό και δεν θέλω να επαναλαμβάνομαι, αλλά σήμερα είναι κάτι ξεχωριστό. Από χθες το απόγευμα το πρόγραμμα έχει γίνει πένθιμο και παίζει μόνο μελαγχολικά τραγούδια, χωρίς καθόλου διαφημίσεις.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα 'πες με το πρώτο μου το γάλα

Μέχρι και το σήμα, εκείνη η υπέροχη σύνθεση του Μικρούτσικου, έχει αλλάξει και έχει γίνει πένθιμο. (Ελπίζω να μην τους πειράζει που τους το έκλεψα.) Και εγώ, εξαντλημένος από την νηστεία, κάθομαι και προσπαθώ να συνέλθω από διάφορα που με τρώνε.

Δε ρώτησες τόσο καιρό για μένα
πως πέρασα τρελή στην ξενιτιά

Χθες δεν πήγα εκκλησία. Είναι η μοναδική μέρα του χρόνου που θέλω να πηγαίνω αλλά χθες δεν μου έκατσε. Σήμερον κρεμάται επί ξύλου / ο εν ύδασιν την γην κρεμάσας / στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται / ο των αγγέλων βασιλεύς. Είναι πολύ ωραία στιγμή...

Χίλιες φορές να γεννηθείς
τόσες θα σε σταυρώσουν

Θυμάμαι, πριν μερικά χρόνια, ήμουν Μεγάλη Πέμπτη βραδάκι στο αυτοκίνητο και έκανα βόλτες μόνος στα Τουρκοβούνια. Και ο Μελωδία έπαιζε μια ηχογράφηση του Μάνου Κατράκη ο οποίος διάβαζε Λόρκα. Πέντε η ώρα που βραδιάζει. Τι δυνατό συναίσθημα.

Όχι ότι είπα και τίποτα τόση ώρα που γράφω. Δεν μπόρεσα αλλά δεν ήθελα κιόλας. Απλώς έγραφα σκέψεις και αναμνήσεις ακούγοντας μουσική. Αν διαβάζοντάς το καταλάβεις κάτι ίσως να είναι αυτό που ήθελα να πω.

Καλή ανάσταση!!!

buzz it!

Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2007

Τι να πεις

Τον τελευταίο καιρό δεν τα πάω και πολύ καλά με το blogging. Δεν έχω όρεξη να γράψω ή δεν μου αρέσουν αυτά που γράφω, δεν έχω όρεξη να διαβάσω άλλους ή να τους αφήσω σχόλια, γενικά δεν έχω όρεξη. Τι φταίει δεν ξέρω και δεν θέλω να μάθω. Θα περάσει, είναι το μόνο σίγουρο. Πάντα περνάει, τώρα θα μου κάτσει στο λαιμό;

Όμως στεναχωριέμαι πολύ που δεν μου βγαίνει γιατί εδώ και 11 μήνες είναι η καλύτερή μου διασκέδαση. Απ' την άλλη δεν λέει και να το ζορίσεις -τι σόι διασκέδαση είναι αυτή με το ζόρι. Για αυτό είπα να κάτσω να γράψω την παρούσα κατάσταση και αν μου βγει να το δημοσιεύσω κιόλας. Αλλιώς, άλλο ένα draft...

Καλά ήταν μέχρι εδώ, τώρα τι λέμε; Μισό, η κατάσταση χρειάζεται ενισχύσεις. Πάω να βάλω ένα ουισκάκι και ξανακάθομαι...




Άργησα; Συγνώμη άλλα έβαλα και πυτζάμες. Από τις εξήμισι είμαι στο σπίτι ο άχρηστος και τώρα αξιώθηκα να βγάλω το παντελόνι. Πάλι καλά που έβγαλα και τα παπούτσια όταν ήρθα. Αλλά τώρα έκατσα στη θέση μου.

Έκατσα. Μμμ, να μια ωραία λέξη. Τον τελευταίο καιρό όλο κάθομαι. Δύο ώρες πήγαινε-έλα στη δουλειά, οχτώ ώρες στο γραφείο, και τις υπόλοιπες στον υπολογιστή στο σπίτι. Μα τι κάθομαι (πάλι κάθομαι;) και γράφω...

Άλλο θέμα.






Ας μιλήσουμε για τη σέξι κυρία της φωτογραφίας. Αλλά τι να πούμε και για αυτήν; Άσε που μπορεί να είναι και κύριος. Άσε, επίσης, που από πάνω λέω κάθομαι και μπορεί να της (του;;;) μπει καμιά ιδέα να μας κάτσει. Και μην το παίρνετε σεξουαλικά, μόνο πάνω σου να κάτσει την έκατσες.

Πω πω, πολύ καθισιό βρε παιδί μου, τι πράμα είναι αυτό σήμερα. Δεν υπάρχει παράγραφος που να μην έχει κάτι με καθισμα. Ας το κάνουμε ποιηματάκι, μπορεί να είναι πιο διασκεδαστικό.

Κάτσε κατσίκα κατσαρή,
κάτσε στην κατσαρίδα.
Μα αν σε catch τσακωτή,
ουτ' άκουσα, ουτ' είδα.

Πφφ, μα τι άνθρωπος. Τόση ώρα έχω γράψει πιο πολλά καθίσματα και από το Ολυμπιακό Στάδιο και με το που είπα να τα κάνω ποίηση, έγραψα μόνο ένα. Αλλά έτσι ήμουνα πάντα, ήθελα αυτό που δεν είχα...

Είμαι πολύ μπερδεμένος!

("Είμαι πολύ μπερδεμένος". Θα μπορούσε να είναι και ο τίτλος αυτού του κειμένου. Αλλά και το "τι να πεις" μου αρέσει. Δεν ξέρω ποιο θα κρατήσω, θα δούμε. Και το "θα δούμε" είναι ωραίος τίτλος. Εσύ όμως ξέρεις ήδη, γιατί το βλέπεις τελειωμένο. Αλλά δεν θυμάσαι. Είμαι σίγουρος ότι διαβάζοντας αυτή την παράγραφο, ξαναγύρισες στην αρχή να θυμηθείς τον τίτλο. Δεν είναι περίεργο, όμως, πόσο γρήγορα ξεχάστηκε αυτό που σε έκανε να φτάσεις μέχρι εδώ; Μήπως πάντα ξεχνάμε από που ξεκινήσαμε; Αλλά πάλι, έφτασες μέχρι εδώ; Εεεεεε, ακούει κανείς;)

Α, ωραία, άκουσα ένα ναι από την άκρη στης αίθουσας. Κάποιος κάθεται ακόμα εδώ. Οπότε συνεχίζω το παραλήρημά μου. Θα κάνω άλλη μια προσπάθεια ποίησης, μπας και βάλω κάνα κάτσε παραπάνω.

Κάτσε στην κατσαρόλα σου,
κατσούφα κατσιβέλα,
στο Κατσιμίδι απάντησα,
τη βοηθείας χέρα.

Ουπς! Μόλις θυμήθηκα ότι δεν έχω κάνει italic τα γράμματα στο προηγούμενο post με ποίημα (αυτό με το blogging και την ψυχανάλυση). Κάτσε μια στιγμή, το διορθώνω και επιστρέφω. Προς το παρόν αυτό θα το κάνω draft (που είναι και η πιθανότερη κατάληξή του, αλλά ποτέ δεν ξέρεις).



Να 'μαι πάλι. Το διόρθωσα. Δεν μπορείς να πεις, δεν άργησα καθόλου. Κάθεσαι καλά; Ωραία, συνεχίζω. Δηλαδή δεν συνεχίζω, έναν επίλογο θα γράψω και τέλος. Κάπου εδώ πρέπει να σταματήσει αυτή παραληρηματική αφήγηση μοναχικών στιγμών. Λοιπόν, το ξαναδιάβασα, μου άρεσε και σας το σερβίρω. Ελπίζω να ζωγραφίστηκε ένα μικρό γελάκι στο χαριτωμένο σας μουτράκι.

Όπα, για κάτσε. Δεν τελειώσαμε ακόμα. Ξέχασα μία λέξη: Κατσαβίδι! Το μοναδικό που δεν χρησιμοποίησα στα ποιήματά μου. Τώρα είμαστε ok! Κατσανύχτα!

buzz it!

Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2007

Περάστε έξω κύριε

Περάστε έξω κύριε!

Δεν έχετε θέση εδώ μέσα, δεν το καταλαβαίνετε.
Τι πα να πει έχετε πρόσκληση;
Δεν το δέχομαι.
Άμα σας αρέσει.
Όχι ρε φίλε δεν ξέρω ποιος είσαι και ούτε με νοιάζει.
Αρκεί να φύγεις από τα μάτια μου.
Εξαφανίσου ρε μαλάκα, καταλαβαίνεις ελληνικά;
Πάρε δρόμο!
Κοίτα μάγκα, ή θα φύγεις με το καλό ή θα φύγεις με το ανάποδο.
Αλλά ότι θα φύγεις είναι σίγουρο, κατάλαβέ το.
Και όσο πιο σύντομα το καταλάβεις τόσο καλύτερα για σένα.
Και άμα σου αρέσει.
Ναι, δε με νοιάζει τι θα κάνεις, κάνε ότι γουστάρεις.
Πάρε το 100, φέρε μπράβους, ξεβρακώσου δημόσια, πάρε φόρα και κοπάνα το κεφάλι σου στον τοίχο, μόνο χάσου από τα μούτρα μου.

Και όχι μόνο για σήμερα και όποτε σου τη δίνει να ξανάρχεσαι.
Φεύγεις και αντίο.
Δεν ξαναπερνάς, όχι απέξω, σε απόσταση ενός χιλιομέτρου.
Ναι ρε καραγκιόζη, έτσι είναι τα πράγματα και άμα σου αρέσει.
Μαγκιές, ακριβώς, είμαι μάγκας και κάνω μαγκιές, τραβάς κάνα ζόρι;
Έτσι γουστάρω ρε μεγάλε, λογαριασμό θα σου δώσω;
Δεν ακούω τίποτα, ναι έτσι, σε έχω χεσμένο.
Όχι να μην πεις τίποτα, να βγάλεις το σκασμό και να φύγεις.
Ναι ρε μαλάκα, ακριβώς, σε έχω γραμμένο στα αρχίδια μου.
Και μάλιστα πάνω πάνω.

Δηλαδή τώρα τι καταλαβαίνεις, θα το ξημερώσουμε εδώ πέρα;
Λοιπόν, σαν πολλά να είπαμε, άιντε τον πούλο.
ΠΡΟΧΩΡΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΠΑΡΑΠΕΡΑ ΛΕΜΕ.
Τελείωνε.
Τίποτα, τελείωσε, δεν με ενδιαφέρει.
Να φύγεις όπως είσαι.

Και είπαμε έτσι, ούτε απέξω ξανά.

Άιντε πούστη...

Τι μου φτάει; Δεν ξέρω... Μπορεί το ρούμι των πειρατών, το αψέντι των μποέμ, του ουίσκι των ευγενών, το κρασί των bon viveur, η σαμπάνια των πλουσίων... Μπορεί το σκοτεινό δωμάτιο στο πάνω μέρος ενός πύργου που φαντάζομαι πως είμαι, μπορεί τα κεριά που βλέπω να δίνουν το μόνο φως στο χώρο...

Μπορεί τα Montecristo και ο Skandinavik, μπορεί ο Σωκράτης και ο Wittgenstein, τα βιβλία που διάβασα και οι ταινίες που είδα, οι παραστάσεις που βρέθηκα, μπορεί τα αλλεπάλληλα ξενύχτια με φίλους και οι απόκριες στην Πάτρα, μπορεί οι πουτάνες στη Σωκράτους και τα τραβέλια στη Συγγρού. Μπορεί οι σπουδές που δεν έκανα, οι business που απέτυχα, οι γκόμενες που δεν μου έκατσαν, οι άλλες που δεν έλεγαν να με ξεφορτωθούν, τα λίγα ναρκωτικά που δοκίμασα στη ζωή μου, ο Ερμής που είναι ανάδρομος, η Liverpool που έχασε ή κέρδισε (μου είναι αδιάφορο), η πανσέληνος, το χιόνι που φέτος δεν έπεσε, το περσινό που παραέπεσε, μπορεί όλα αυτά μπορεί και τίποτα. Μπορεί να φταίει ακόμα και αυτό εδώ το blog ή και τα comments που έχω γράψει σε άλλα. Ίσως να φταίω και εγώ. Ίσως και εσύ.

Όμως αυτός ο καυγάς έπρεπε να γίνει κάποια στιγμή. Για όλους αυτούς τους καυγάδες που δεν έγιναν και έπρεπε να γίνουν (κυρίως), αλλά και για αυτούς που έγιναν, ασχέτως αν έπρεπε ή όχι (δευτερευόντως, αλλά πολύ δευτερευόντως).

Και τι κατάλαβα; Χα, πολλά. Τόσα πολλά που ισοδυναμούν με φόνο. Όχι με τη βιβλική, ούτε με τη νομική έννοια. Με αυτήν της κάθαρσης. Το φόνο μέσα μου. Που δεν γίνεται απότομα αλλά σιγά σιγά. Μέρα με τη μέρα. Ώρα με την ώρα. Σφαλιάρα με τη σφαλιάρα. Γιατί θύμωσα. Πιο σωστά, γιατί επιτέλους θύμωσα. Και θέλω να τα γαμήσω όλα. Ακόμα και μένα. Ναι, ακόμα και μένα. Και μην απορείς και λες "πάει αυτός, του σάλεψε". Όλα χρειάζονται. Άρκεί να ξέρεις να τα χειρίζεσαι.

Τι, έγινες ράκος; Μακάρι. Αυτό ήθελα. Αλλά μην αγχώνεσαι, θα σου περάσει γρήγορα. Πες πως με ξεμάτιασες -παίρνεις για λίγο το μάτι αλλά μετά σου περνάει, ενώ εγώ γίνομαι καλά με τη μία. Και αυτό προέχει, εγώ.

Και να μην ξεχνιόμαστε.
Είπαμε, ΠΕΡΑΣΤΕ ΕΞΩ.

PERIOD.

Μας ζάλισες τον έρωτα...
Μαλάκα...

buzz it!

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2006

Ασυναρτησίες ή ουφ και πάλι ουφ!

Τι μήνας και αυτός... Αργός και μακρόσυρτος σαν ηπειρωτικό μοιρολόι (don't clock). Τίποτα δεν γίνεται και τίποτα δεν εξελίσσεται. Τα λεφτά τελειώνουν και η δουλειά είναι μακριά. Τα χαρτιά δεν βγαίνουν με τίποτα -όταν είναι έτοιμο το ένα θες άλλα δέκα για να το πάρεις. Άρα όλες οι δουλειές μένουν πίσω. Η συνδρομή στο internet έληξε (να μάθεις να κάνεις υβριστικά posts για τον provider σου) και έμεινα μια βδομάδα χωρίς blogging. Το bloggάκι μου το παραμέλησα και πάλι. Και οι σεξουαλικές νευρώσεις των γονιών μας δεν ήταν και τόσο καλές τελικά.

Τι μαλακία και αυτή όμως; Να σου πηγαίνουν τα πράγματα στραβά και εσύ να αισθάνεσαι άχρηστος. Γιατί, αφού δεν φταις; Αλλά οι ενοχές δεν θέλουν πρόσκληση. Είναι και αυτές σαν την έμπνευση, τρυπώνουν εκεί που δεν τις περιμένεις και σου διακορεύουν την ψυχολογία. Και όμως οι ενοχές παλεύονται. Εκείνο που δεν παλεύεται είναι οι άλλοι -και κυρίως η άλλη. Εκείνη η μία άλλη που σου χαλάει τη μισή σου ζωή έτσι και δεν της βάλεις τη σωστή απόσταση από την αρχή. Μμμ, όχι από την αρχή δεν γίνεται, λίγο αργότερα.

Ένα άγρυπνο και επικριτικό βλέμμα γυρνάει μέσα στο σπίτι συνεχώς. Και σταματάει πάντα πάνω μου. Ένα βλέμμα που φτιάχτηκε μόνο για μένα. Και δεν έχει τίποτα άλλο να ασχοληθεί. Χειρότερα, δεν θέλει να ασχοληθεί με τίποτα άλλο -αν ήθελε θα έβρισκε. Αλλά καλά να πάθω. Όταν μπορούσα δεν έκανα το βήμα να φύγω, τώρα τι θέλω;

Μια πρόταση, μια ανάγνωση όλο το κείμενο. Και μετά άλλη ψυχολογία. Δεν γίνεται έτσι δουλειά. Αλλά δεν πειράζει, έχω βάλει στον τίτλο ασυναρτησίες και είμαι καλυμμένος. Οι οποίες δυστυχώς θα καλύψουν το ουφ και πάλι ουφ. Ούτε το soundtrack του Νονού βοηθάει. Και αν δεν το ανεβάσω θα είναι το τρίτο μετά το προηγούμενο που γράφω και το βάζω στα αζήτητα. Να τα κουμπώνουμε λοιπόν ένα ένα. Η πρώτη παράγραφος ήταν σαφής. Οι δύο επόμενες αναφέρονταν στη μάνα μου την οποία δεν έχω πετάξει ακόμα από το τρένο γιατί απλά δεν έχουμε μπει μαζί σε τρένο. Α, και σε μια ατάκα που διάβασα πρόσφατα στο blog του Νίκου Δήμου. Η σωστή απόφαση φυτρώνει μέσα σου, δεν την επιλέγεις –ή κάπως έτσι. Και εγώ κάποτε δεν την έσπειρα –να φύγω από το σπίτι- για να είμαστε τώρα καλά και αγαπημένοι, και έτσι τρωγόμαστε όλη μέρα.

Πάλι καλά που περάσαμε από το Μαρούσι και έκατσε ο Πλάτωνας πάνω στο αμάξι και πήραμε λίγο τα πάνω μας. Ελπίζω να βρήκε καλή παρέα στο δέντρο της Αλεξάνδρας που τον αφήσαμε. Μα δεν είναι το πιο όμορφο σαλιγκάρι του κόσμου; Ε, μωρό μου; Γιατί αλλιώς ουφ και φουμπ και ουφ και φουμπ!


Κάνε μου κλικ να δεις πόσο μεγάλος είμαι!!!

buzz it!

Πέμπτη 27 Ιουλίου 2006

Για όλα αυτά που δεν θα γράψω

Αυτό το κείμενο δεν είναι σαν τα άλλα

Αυτό το κείμενο δεν διαβάζεται

Αυτό το κείμενο μπορεί να κάνει διάφορα άλλα πράγματα

Είναι σουρεάλ

Δεν είναι σουρεάλ, είναι όνειρο

Και εφιάλτης μαζί

Αυτό το κείμενο τώρα βλέπει ειδήσεις

Και σε λίγο θα σηκωθεί να πάει για μπάνιο

Αυτό το κείμενο ψάχνει τα κλειδιά του (πάντα τα χάνει)

Τα βράδια τα πίνει (και βρίσκει τα κλειδιά του)

Δεν το διαβάζεις –σε διαβάζει

Αν και δεν διαβάζει πολύ

Αλλά ούτε και ζει

Ψάχνει το τι θα έκανε

Αν… αν

Αυτό το κείμενο ανάβει την πίπα του

Δεν έχει τι να κάνει

Και όταν έχει δεν το κάνει

Αυτό το κείμενο δεν ασχολείται

Δεν είναι εδώ

Ναι, αυτό το κείμενο δεν είναι σε αυτό το blog

Δεν είναι πουθενά

Αυτό το κείμενο κοιμάται

Και όταν ξυπνάει παίζει με τις λέξεις

Γιατί δεν είναι δικές του –δεν είναι κείμενο, θυμάσαι– και δεν το νοιάζει

Αυτό το κείμενο πεινάει

Αυτό το κείμενο πονάει

Για το προηγούμενο θα φάει ένα σάντουιτς –πριν πάει για μπάνιο

Εξ’ αιτίας του τελευταίου υπάρχει





Αυτό το κείμενο δεν υπάρχει

buzz it!