Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2006

Ασφαλιστές

Ήταν η ώρα που δύει ο ήλιος για το 1/24 της γης. Πολλοί άνθρωποι παρακολουθούσαν το ηλιοβασίλεμα. Κάποιοι αδιαφορούσαν. Κάποιοι δούλευαν και δεν το πήραν χαμπάρι. Ένας ασφαλιστής μόλις έκλεινε ένα συμβόλαιο. Ένας νεοασφαλισμένος μόλις είχε κάνει εμετό από την πολυλογία του ασφαλιστή και αυτός νόμισε ότι πήγε να φέρει λεφτά για την προκαταβολή. Πάντως το συμβόλαιο έγινε. Πλέον ήξερε ακριβώς τι έχει να παίρνει σε περίπτωση που τον πατήσει αυτοκίνητο, μηχανάκι, τρακτέρ, αερόστατο, την ώρα της προσγείωσης, αεροπλάνο, την ώρα της απογείωσης και της προσγείωσης και "μια παροχή που μόνο η Εταιρεία μας προσφέρει", τραμ. "Η Εταιρεία μας είναι πάντα μπροστά από τις άλλες, δεν θα μπορούσε να μην κάνει αυτήν την προσθήκη", κόμπασε ο ασφαλιστής.

Η Γραβάτα του κάπως κορδώθηκε με το που άκουσε καλά λόγια για την Εταιρεία. Αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει. Και το σπίτι μιας Γραβάτας είναι η Εταιρεία. Χωρίς την Εταιρεία δεν έχει λόγο ύπαρξης. Για μια στιγμή ο ασφαλιστής σκέφτηκε το ποσό του συμβολαίου. Μετά τους Στόχους. Μετά το συνεχώς αυξανόμενο ποσοστό του. Ήταν η στιγμή που θα μπορούσε να ξεφυσήσει ήσυχος. Μόλις είχε ξεπεράσει τους Στόχους του μήνα. Αλλά για στάσου. Δεν είχε απλώς ξεπεράσει τους στόχους. Είχε πιάσει τα όρια του Bonus! Ναι, το θεϊκό Bonus ήταν στα χέρια του και αυτό το μήνα. Ξαφνικά ήθελε να σηκωθεί πάνω και να φωνάξει γιούπι. Η Γραβάτα του, που εκείνη τη στιγμή το είχε αντιληφθεί και αυτή, ήθελε να λύσει τον κόμπο της και να τον πιάσει να χορεύουν λα λα ράσπουτιν μέχρι το πρωί –τον ασφαλιστή, όχι τον κόμπο. Μέχρι και το μονίμως βαριεστημένο Κοστούμι του σταμάτησε να χασμουριέται και πήγε να γυρίσει όλες του τις τσέπες ανάποδα.

Τα είχαν καταφέρει πολύ καλά οι τρεις τους. Κανείς δεν θα του πείραζε ούτε αυτό το μήνα την ‘BMW cabrio 318’ του –έτσι την σύστηνε-, ούτε θα του έκοβαν την πιστωτική, ούτε θα τον έδιωχναν από το tennis club. Και όχι μόνο, αλλά θα μπορούσε να αγοράσει και palmtop, και να αλλάξει και το laptop –να δεις το τελευταίο μοντέλο, δε σου λέω τίποτα!!!- και να φάει τέσσερις φορές μέσα στον επόμενο μήνα ‘εκεί που συχνάζει όλος ο καλός ο κόσμος’. Αλλά, ως συνήθως, επρυτάνευσε η λογική και το πάρτι θα περίμενε για αργότερα. Ο Πελάτης δεν θα έπρεπε να δει σε τι καραγκιόζη είχε εμπιστευθεί τα όποια πατήματα, από τα όποια οχήματα, του επεφύλασσε η ζωή από τούδε και εφεξής. Και είναι και όλα βαριά τα άτιμα -αλήθεια το τραμ πόσο ζυγίζει;

Η Εταιρεία, λοιπόν, είναι ένα σπίτι. Τα τούβλα του είναι οι Στόχοι και το εξωτερικό του χρώμα οι Γραβάτες. Τα Κοστούμια από μόνα τους δεν θα μπορούσαν να κάνουν και πολλά πράγματα. Είναι σαν τον δυνατό άντρα χωρίς τη σοφή γυναίκα από πίσω του. Τα θεμέλιά του, βέβαια, είναι οι Πελάτες, όπως και σε όλες τις δουλειές, αλλά εδώ τα πράγματα είναι λίγο αλλιώς. Ένα μαγαζί ανοίγει για να καλύψει κάποιες ανάγκες. Οι ασφάλειες, όμως, μη έχοντας πραγματικό λόγο ύπαρξης πρέπει να δημιουργήσουν έναν. Για αυτό χρειάζονται τα Στελέχη –να και οι κάτοικοι του σπιτιού. Οι ασφαλιστές δεν λέγονται ούτε ασφαλιστές, ούτε υπάλληλοι, ούτε προσωπικό. Λέγονται Στελέχη. Για πολλούς λόγους. Πρώτον υπάλληλος είναι ο καθένας. Για μια τόσο βρώμικη δουλειά χρειάζεσαι έναν άλλο τίτλο που να σε φτιάχνει περισσότερο. Και ένας τίτλος είναι καλύτερος και από αύξηση. Δεύτερον γιατί δεν τους πληρώνουν. Τους λένε ότι αρχικός μισθός είναι τα 1200 ευρώ –τι καλύτερο για το βλαχάκι που ούτε γυμνάσιο δεν έχει τελειώσει- αλλά ποτέ δεν τους λένε ότι θα τα πάρουν αφού ασφαλίσουν τη μισή Αθήνα κάθε μήνα. Πάνε κατευθείαν στο Bonus και πότε το δικαιούνται. Το Bonus λοιπόν είναι τα κεραμίδια. Χάρη σε αυτό δουλεύουν όλοι σα σκυλιά. Εδώ παρεμβάλλονται και κάποιες άλλες έννοιες όπως κλίμακα, ιεραρχία κλπ αλλά δεν θα αναλύσουμε και όλα τα οικοδομικά υλικά της Εταιρείας.

Τα Bonus λοιπόν κόποις κτώνται. Και ο κοπιωδέστερος των κόπων είναι να μάθεις όλες τις περιπτώσεις από τις οποίες μπορεί να πάθει κάποιος κάτι. Και μετά να τον κάνεις να νομίζει ότι θα το πάθει ΤΩΡΑ! Και να θέλει να τρέξει από πίσω σου να ασφαλιστεί… χθες! Και βέβαια αν δεν τα καταφέρεις φταις εσύ και μόνο εσύ που δεν ήσουν αρκετά καλός ώστε να τον πείσεις. Διότι, σου λέει η εταιρεία, "δεν σε επιλέξαμε τυχαία εσένα, φαίνεσαι άνθρωπος με όραμα και στόχους –με μικρό σ, δεν είναι οι στόχοι της εταιρείας- και άνθρωπος που δεν αρκείται σε τίποτα λιγότερο από το τέλειο, το μεγάλο, το σπουδαίο", και έτσι προκύπτουν τα ‘BMW cabrio 318’, τα tennis club και όλες οι άλλες αηδιούλες. Όχι ότι μπορεί να τα πληρώσει, αλλά πρέπει να κάνει τον εαυτό του να μπορεί να τα πληρώσει, και να βάζει τους δικούς του στόχους, για τον εαυτό του και για την καλυτέρευση της ζωής του. Και για να στεγανοποιεί τα κεραμίδια της Εταιρείας.

buzz it!

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2006

Ασυναρτησίες ή ουφ και πάλι ουφ!

Τι μήνας και αυτός... Αργός και μακρόσυρτος σαν ηπειρωτικό μοιρολόι (don't clock). Τίποτα δεν γίνεται και τίποτα δεν εξελίσσεται. Τα λεφτά τελειώνουν και η δουλειά είναι μακριά. Τα χαρτιά δεν βγαίνουν με τίποτα -όταν είναι έτοιμο το ένα θες άλλα δέκα για να το πάρεις. Άρα όλες οι δουλειές μένουν πίσω. Η συνδρομή στο internet έληξε (να μάθεις να κάνεις υβριστικά posts για τον provider σου) και έμεινα μια βδομάδα χωρίς blogging. Το bloggάκι μου το παραμέλησα και πάλι. Και οι σεξουαλικές νευρώσεις των γονιών μας δεν ήταν και τόσο καλές τελικά.

Τι μαλακία και αυτή όμως; Να σου πηγαίνουν τα πράγματα στραβά και εσύ να αισθάνεσαι άχρηστος. Γιατί, αφού δεν φταις; Αλλά οι ενοχές δεν θέλουν πρόσκληση. Είναι και αυτές σαν την έμπνευση, τρυπώνουν εκεί που δεν τις περιμένεις και σου διακορεύουν την ψυχολογία. Και όμως οι ενοχές παλεύονται. Εκείνο που δεν παλεύεται είναι οι άλλοι -και κυρίως η άλλη. Εκείνη η μία άλλη που σου χαλάει τη μισή σου ζωή έτσι και δεν της βάλεις τη σωστή απόσταση από την αρχή. Μμμ, όχι από την αρχή δεν γίνεται, λίγο αργότερα.

Ένα άγρυπνο και επικριτικό βλέμμα γυρνάει μέσα στο σπίτι συνεχώς. Και σταματάει πάντα πάνω μου. Ένα βλέμμα που φτιάχτηκε μόνο για μένα. Και δεν έχει τίποτα άλλο να ασχοληθεί. Χειρότερα, δεν θέλει να ασχοληθεί με τίποτα άλλο -αν ήθελε θα έβρισκε. Αλλά καλά να πάθω. Όταν μπορούσα δεν έκανα το βήμα να φύγω, τώρα τι θέλω;

Μια πρόταση, μια ανάγνωση όλο το κείμενο. Και μετά άλλη ψυχολογία. Δεν γίνεται έτσι δουλειά. Αλλά δεν πειράζει, έχω βάλει στον τίτλο ασυναρτησίες και είμαι καλυμμένος. Οι οποίες δυστυχώς θα καλύψουν το ουφ και πάλι ουφ. Ούτε το soundtrack του Νονού βοηθάει. Και αν δεν το ανεβάσω θα είναι το τρίτο μετά το προηγούμενο που γράφω και το βάζω στα αζήτητα. Να τα κουμπώνουμε λοιπόν ένα ένα. Η πρώτη παράγραφος ήταν σαφής. Οι δύο επόμενες αναφέρονταν στη μάνα μου την οποία δεν έχω πετάξει ακόμα από το τρένο γιατί απλά δεν έχουμε μπει μαζί σε τρένο. Α, και σε μια ατάκα που διάβασα πρόσφατα στο blog του Νίκου Δήμου. Η σωστή απόφαση φυτρώνει μέσα σου, δεν την επιλέγεις –ή κάπως έτσι. Και εγώ κάποτε δεν την έσπειρα –να φύγω από το σπίτι- για να είμαστε τώρα καλά και αγαπημένοι, και έτσι τρωγόμαστε όλη μέρα.

Πάλι καλά που περάσαμε από το Μαρούσι και έκατσε ο Πλάτωνας πάνω στο αμάξι και πήραμε λίγο τα πάνω μας. Ελπίζω να βρήκε καλή παρέα στο δέντρο της Αλεξάνδρας που τον αφήσαμε. Μα δεν είναι το πιο όμορφο σαλιγκάρι του κόσμου; Ε, μωρό μου; Γιατί αλλιώς ουφ και φουμπ και ουφ και φουμπ!


Κάνε μου κλικ να δεις πόσο μεγάλος είμαι!!!

buzz it!

Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2006

ADSL: Διπλάσια ονομαστική 1/4 πραγματική

Πριν από 5 μήνες αγόρασα ένα πακέτο ADSL από τη Forthet. Όταν πήγα από τα γραφεία τους για να κάνω την αίτηση, μου είπαν ότι μπορούσα αντί για έξι μήνες στα 384 kbps να επιλέξω 5 μήνες στα 512. Δεν υπήρξε δεύτερη σκέψη, είπα ναι. Μετά από 12 ατελείωτες μέρες αναμονής έλαβα ένα sms που με ειδοποιούσε ότι η σύνδεση είχε γίνει.

Ηδονή! Από τα 3-4 kbps που κατέβαζα με την PSTN είχα φτάσει τα 45-60. Οι σελίδες άνοιγαν λες και ήταν αποθηκευμένα αρχεία. Το refresh είχε γίνει παιχνιδάκι. Η inetrnetική μου ζωή είχε πάρει πια το σωστό δρόμο.

Επειδή, όμως, όπως λέει και ο Ντοστογιέφσκι, όλα τα συνηθίζει το κάθαρμα ο άνθρωπος, κάποια στιγμή έγινε και αυτό ρουτίνα. Δεν με εντυπωσίαζε πλέον το νούμερο που έβλεπα, αντιθέτως τσαντιζόμουν πολύ αν κάποτε έπεφτα κάτω από το 40. Και τότε δέχτηκα μια μαχαιριά. Άκουσα ένα φίλο μου να λέει ότι ο ΟΤΕ θα διπλασιάσει όλες τις ταχύτητες, λόγω του ότι έχουμε ακριβό internet στην Ελλάδα, και έτσι όποιος είχε πληρώσει 384 θα του το έκανε 512, το 512 θα το έκανε 1024 και πάει… τρέχοντας. Και αυτός είχε otenet! Όταν ξεπρασίνισα από τη ζήλια μου, έμαθα ότι αυτό θα το έκαναν και οι άλλες εταιρείες, αλλά όχι αμέσως.

Όμως ο θεός της ζήλιας αυτή τη φορά ήταν μαζί μου. Έτσι, ένα πρωί, συνδέομαι στο inetrnet και βλέπω το μαγικό 1Mbps! Η καλή μου η Forthnet δεν με άφησε να στεναχωρηθώ για πολύ. Παρόλα αυτά, ξεκινώντας το κατέβασμα, διαπίστωσα ότι τώρα κατέβαζα πιο αργά από πριν. Η ταχύτητα με το ζόρι έφτανε τα 35 ενώ ο μέσος όρος ήταν τα 17-25. Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ότι είχα ιό. Κανένα πρόβλημα, έκανα format. Καμία αλλαγή, τσάμπα ο κόπος.

Τους πήρα, λοιπόν, τηλέφωνο, έτοιμος να βρίσω χοντρά. Κάνε αυτό, κάνε restart, κάνε εκείνο, ξανά restart…

(Παρένθεση για να ευθυμήσουμε. Ξέρετε τι είναι το restart; Είναι η τέχνη της ξεκούρασης. Όσο είμαστε στον υπολογιστή είμαστε απασχολημένοι. Όταν όμως για κάποιο λόγο χρειαστεί restart, τότε μπορούμε να στρίψουμε τσιγάρο, να φτιάξουμε καφέ, ή να πάμε τουαλέτα. Για αυτό μην το βλέπεται πλέον σαν re-start, αλλά σαν rest-art ή αλλιώς the art of resting. Αυτός είναι και ο λόγος που η Microsoft έφτιαχνε παλιότερα τα windows έτσι ώστε να κολλάνε συνέχεια. Παλιές καλές εποχές, τώρα ούτε και αυτά κολλάνε συχνά –άρα δουλεύουμε περισσότερο).

Όταν τα κάναμε όλα, και είδε ότι δεν τρέχει κάτι με το μηχάνημα ή τη σύνδεση, μου είπε να μην ανησυχώ γιατί όλος κόσμος είχε το ίδιο πρόβλημα. Ο ΟΤΕ, από τότε που άρχισε να διπλασιάζει τις ταχύτητες, άρχισε να κάνει και εργασίες βελτίωσης, γιατί οι γραμμές δεν επαρκούσαν. Έτσι, μέχρι το τέλος του Νοέμβρη όλοι θα σερνόμαστε. Κανένα πρόβλημα αφού είναι για καλό, αλλά στην πράξη μας διπλασίασε την ταχύτητα και μετά μας την έριξε στο ένα τέταρτο. Μου έδωσε και μια διεύθυνσή τους για να δω την πραγματική μου ταχύτητα και ιδού ο πόνος της πραγματικότητας σε αντίθεση με τη θεωρία.






Φωτό από την testing page της forthnet. Άμα της κάνεις κλικ μεγαλώνει.





Έρποντας λοιπόν και εγώ σας γράφω τούτο το κείμενο. Αν κάποιος αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα ας αφήσει ένα σχόλιο συμπαράστασης. Θα με κάνει να αισθανθώ λιγότερο κορόιδο.

buzz it!

Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2006

Μια νύχτα χωρίς θέμα

Νύχτα, επιτέλους από τις δροσερές. Μεταξά 7*, πίπα, Κόσμος 93,6 και γράψιμο. Δημιουργία. Δημιουργία που ατονεί το καλοκαίρι. Για μένα τουλάχιστον.

Δεν ξέρω τι θέλω να γράψω. Θα ήθελα πολύ κάτι σαν το "Ημερολόγιο Καύσωνα" του Νίκου Δήμου. Δεν ξέρω αν μπορώ. Αλλά η στιγμή είναι ωραία. Πριν ξεκινήσω αυτό το κείμενο συνέχισα κάτι που ξεκίνησα να γράφω πριν καιρό, τώρα απολαμβάνω τη στιγμή, είμαι cool. Πριν 10 λεπτά ήμουν λίγο χάλια, αλλά λίγο ο μεταξένιος, λίγο η μουσική, είμαι όμορφα.

Αν έγραφα ένα ημερολόγιο σίγουρα δεν θα ήταν καύσωνα. Μπορεί χιονιά. Μπορεί βροχής. Με τη ζέστη δεν μπορώ -ζεσταίνομαι. Αλλά με τη δροσιά είναι ωραία. Μόνο που τώρα δεν έχω θέμα. Μου αρέσει όμως.

Ας μιλήσω για κολλήματα. Από την αρχή ή από το τέλος; Από το τέλος. Το κόλλημά μου, το πιο πρόσφατο, είναι το blog μου. Το αγαπάω πολύ. Μέχρι πρόσφατα ήξεραν λίγοι για αυτό. Τελευταία έμαθαν όλοι. Δεν ξέρω αν χαίρομαι ή όχι. Μάλλον χαίρομαι. Πριν από αυτό κόλλησα με τον Δήμου -και δεν έχω ξεκολλήσει. Τον γνώρισα από το "Έχει γούστο" της Μπήλιως Τσουκαλά. Τη γνώρισα από... δεν θυμάμαι από που. Τη γνώρισα και μου άρεσε η εκπομπή της.

Έχω ξανακολλήσει με συγγραφέα. Με τον Tom Robbins. Αν ήμουν συγγραφέας θα ήθελα να μπορώ να γράφω τις μπερδεμένες ιστορίες του Robbins με την απλότητα των προτάσεων του Δήμου. Στην κατηγορία των ανθρώπων που μπορούν να πουν αυτό που θέλουν, βασιλιάς είναι αυτός που το λέει απλά και γεμάτα. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, όμως, αυτοί οι δύο δεν παντρεύονται. Ο ένας είναι παραμυθάς και ο άλλος φιλόσοφος. Ο ένας χτίζει την εικόνα λέξη, λέξη και ο άλλος διατυπώνει θέσεις. Anyway, δεν μπορεί να είναι αντικειμενικός ο έρωτας.

Πάμε σε παλιότερα κολλήματα. Μελωδία FM. 100 παλιά, 99,2 τώρα. Πολλά χρόνια. Ίσως να ήταν και λίγα αλλά ήταν η ευλογημένη στιγμή που, και περνάς καλά, και ο χρόνος διαστέλλεται -κάτι που, συνήθως, συμβαίνει όταν δεν περνάς καλά. (Ωραίο πράγμα να ρίξεις την ταχύτητα της σκέψης στην ταχύτητα πληκτρολόγησης, και σπάνιο). Και Μελωδία ίσον Οδυσσέας Ιωάννου. Τι μάστορας του λόγου! Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο θα ήθελα να ήμουν γυναίκα, για να με ερωτευτεί και να μου μιλάει! Και, βέβαια, η μεγάλη αγάπη της μεγάλης μου αγάπης είναι δυο φορές μεγάλη μου αγάπη. Θάνος Μικρούτσικος!!! Πόσες φορές έχω κλάψει με τη μουσική του. Πόσα ταξίδια με το Σταυρό του Νότου, αλλά και με άλλα του. Πόση ανατριχίλα στην Ατομική Ενέργεια. Τον είδα πολλές φορές live. Όπως έχω δει και πάρα πολλά live, ελληνικά και ξένα. Σαν τη συναυλία, όμως, του Κώστα Θωμαΐδη στη Σφεντόνα, κάπου μεταξύ 1998 και 2000 -δεν θυμάμαι- δεν έχω δει ποτέ. Ο Θανούτσικος (χι χι) σηκώθηκε να παίξει λίγο και έκλεψε την παράσταση. Έκανε την ορχήστρα... δεν περιγράφεται αν δεν ήσουν εκεί!

Και από τον Μικρούτσικο γνώρισα τον Μπρεχτ. Και πάει λέγοντας. Και από τον Δήμου τον Σέξτο. Σίγουρα δεν είπα όλα τα κολλήματα της ζωής μου -μόνο όσα μου ήρθαν τώρα. Και μάλλον δεν πρέπει να γράψω άλλα. Θέλω πολύ δουλειά για να γίνω ένας μποέμ που πίνει και γράφει. Εγώ ή πίνω ή γράφω. Και τώρα ήπια. Άρα πολλά έγραψα.

Πριν κλείσω όμως, μια σκέψη για τη περίεργη εποχή μας:
Είμαστε αναγνώστες του ραδιοφώνου (RDS)
Ακροατές της τηλεόρασης (την έχουμε ανοιχτή και παίζει)
Τηλεθεατές του βιβλίου (μακριά και αγαπημένοι)

Καληνύχτα!!!

buzz it!

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2006

Η θεωρία της πλαστελίνης

Κακό:
Μπαίνεις σε ένα μπαρ και είναι τίγκα.
Οκ, φεύγεις.

Χειρότερο:
Μπαίνεις σε ένα μπαρ και είναι τίγκα, αλλά είναι όλη σου η παρέα εκεί, και είναι όλοι βολεμένοι.
Χμμ... (μεγάλε Σπύρο με τις ατάκες σου), δύσκολα τα πράγματα.

Να μη σου τύχει:
Μπαίνεις σε ένα μπαρ, είναι τίγκα, είναι όλη σου η παρέα εκεί, είναι όλοι βολεμένοι, γιορτάζει ο κολλητός σου και είναι και η γκόμενα που κυνηγάς 2 χρόνια!
Μένεις.

Ίσως το τελευταίο να είναι λίγο τραβηγμένο σαν πιθανότητα, αλλά νομίζω ότι όλοι έχουμε βρεθεί σε περιπτώσεις όπου το μαγαζί ήταν ασφυκτικά γεμάτο αλλά, για κάποιο λόγο, έπρεπε να μείνουμε. Τι κάνουμε λοιπόν σε τέτοιες φάσεις;

Καταρχάς συνειδητοποιούμε ότι δεν είμαστε οι μόνοι ενοχλημένοι. Από τη στιγμή που το μπαρ είναι ήδη γεμάτο, όλοι έχουν τις θέσεις τους, άρα ενοχλούμε τους πάντες. Όταν αρχίσουμε να αισθανόμαστε καλύτερα από αυτό που μόλις σκεφτήκαμε, ακολουθούμε ευλαβικά τα εξής βήματα:

1.) Κρατάμε στο χέρι μπουφάν, κλειδιά, κινητό, τσιγάρα, αναπτήρα, ποτό και νερό και παίρνουμε ύφος "παιδιά sorry, αλλά βλέπετε τι τραβάω και εγώ το καημένο". Έτσι ξορκίζουμε τα βλέμματα του στυλ "τι θέλει και αυτός ο μαλάκας εδώ τώρα", αλλά και πιθανές φραστικές επιθέσεις τύπου "ρε μεγάλε, δε βλέπεις ότι δεν χωράμε".
2.) Εντοπίζουμε σε ποιο σημείο της μπάρας θα θέλαμε να αποθέσουμε τα παραπάνω και στρέφουμε, πάση θυσία, τον κορμό μας προς τα εκεί.
3.) Την στιγμή της εναλλαγής τραγουδιού συνήθως κουνιούνται όλοι , ακόμα και αυτοί που δεν χορεύουν καθόλου. Κατεβάζουμε λίγο το κεφάλι, κοιτώντας πάντα προς τη μεριά που έχουμε σταμπάρει και αλλάζουμε το ύφος σε "πρόσεχε φίλε με τον αγκώνα μες τη μούρη μου, και συ μωρή ξανθιά με την τακουνάρα με ξενύχιασες". Εδώ όμως είναι όλη η μαγκιά. Κουνιόμαστε και εμείς με το ρυθμό, με μικρότερο εύρος κίνησης όμως, και σιγά σιγά κατευθυνόμαστε προς την μπάρα.

Μόλις πετύχαμε το στόχο μας -ως άλλος Mr. Bean! Έχουμε πλέον ελευθερώσει τα χέρια μας ακουμπώντας τα πάντα (και τους πάντες μέχρι να φτάσουμε) και, χαλαροί πια, περιμένουμε το επόμενο τραγούδι, όπου και ξεκινάει το βράδυ μας. Όλα τα παραπάνω ισχύουν και για περισσότερους από έναν και δεν παίρνουν πάνω από πέντε λεπτά.

Το περίεργο της υπόθεσης, όμως, είναι το ότι από τη στιγμή που θα βολευτούμε, ως δια μαγείας, δεν ενοχλούμε πια κανέναν. Ούτε άγρια βλέμματα υπάρχουν, ούτε επιθετικές ατάκες, λες και δεν προστέθηκε κανένας σε αυτόν το χώρο. Καταλήγω λοιπόν στο συμπέρασμα ότι το ανθρώπινο σώμα είναι μια πλαστελίνη, και το μόνο που χρειάζεται για να ενσωματωθεί σε ένα χώρο είναι υπομονή και καλή διάθεση. Τα άλλα τα αναλαμβάνει η μητέρα φύση με την ελαστικότητα που μας προίκισε.

Γι αυτό λοιπόν, την επόμενη φορά που θα μπείτε σε ένα μαγαζί και θα το βρείτε έτοιμο να σκάσει από τον κόσμο, γυρίστε στην παρέα σας και πείτε τους:

Σύμφωνα με τη θεωρία της πλαστελίνης, σε πέντε λεπτά θα έχουμε βολευτεί!

buzz it!

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2006

Τίτλοι

Το θέμα σήμερα είναι οι τίτλοι. Μου αρέσουν οι μεγάλοι τίτλοι. Πιστεύω ότι ο μικρός τίτλος είναι λίγο άχρωμος και παραπλανητικός. Ενώ ένας μεγάλος, περιγραφικός τίτλος είναι άλλο πράγμα.

Γι αυτό λοιπόν σήμερα θα αλλάξω τους τίτλους από τα τελευταία μου κείμενα.

Και ξεκινάω με το τελευταίο: "Περί λογοπαιγνίων". Πφφ… Δεν θα ήταν πιο ωραίο αν λεγόταν "Περί λογοπαιγνίων και εναλλακτικής ποιητικής"; Αλλά πάλι λίγο μικρό μου φαίνεται.

Το ακριβώς προηγούμενο λέγεται "Ωδή σε ένα τέλος". Αλλά μέσα δεν μιλάει μόνο για το τέλος, λέει και για άλλα δύο πράγματα. Πιο σωστά λοιπόν θα ήταν "Οι Stomp, το Mundobasket, και μια ωδή σε ένα τέλος". Θα μου πείτε τώρα εσείς, ατελείωτοι αναγνώστες μου, ότι ο τίτλος είναι τίτλος και όχι περιεχόμενα. Και λοιπόν; Αν εγώ θέλω να βγάλω ένα βιβλίο και αντί τίτλου να έχει μόνο τα περιεχόμενα ποιο το πρόβλημα. Και για να υποστηρίξω την άποψή μου σας παραθέτω μερικές γραμμές από τον αγαπημένο μου Tom Robbins, και συγκεκριμένα την αρχή του εκατοστού κεφαλαίου, του "Ακόμα και οι καουμπόισσες μελαγχολούν"

Να, λοιπόν, που φτάσαμε και στο κεφάλαιο 100. Το γεγονός απαιτεί ένα μικρό εορτασμό. Είμαι ο συγγραφέας και, συνεπώς κάνω το ίδιο επάγγελμα που κάνει και ο Θεός: αν πω ότι αυτή η σελίδα είναι ένα μπουκάλι σαμπάνια, είναι ένα μπουκάλι σαμπάνια. Λοιπόν, αναγνώστη, θα πιεις μαζί μου ένα ποτηράκι; Προτιμάς γαλλική αντί για ντόπια; Εντάξει. Θα την κάνω γαλλική. Εις υγείαν!

Συνεχίζοντας την κάθοδο στο recent posts (τώρα που σας έπεισε ο Tom και έχω την αμέριστη προσοχή σας) βλέπουμε το "Bloggers και blooks". Σιγά τον τίτλο. Έτσι στα γρήγορα μου έρχεται κάτι σαν "Πώς να γίνεις ένας από τους τέσσερις-χιλιάδες-ανθρώπους-που-βγάζουν-βιβλίο-κάθε-χρόνο κάνοντας το κέφι σου, άντε και στα δικά μας". Χορταστικότατο, μη μου πείτε. Μπορούσα και καλύτερα.

Φτάσαμε στο "Βόλτα με το τραμ (ταράμ)". Πάλι καλά που έβαλα και αυτό το ταράμ και μεγάλωσε λίγο. Αλλά πολύ λίγο. Γιατί το πρέπον θα ήταν "Η χαρά του παιδιού, ένα αστικό μέσο που επιτέλους το ανακάλυψα και εγώ με το μωρό μου –να δω πότε θα μπω και στον προαστιακό- και ένα παλιό ρεμπέτικο για να ευθυμήσουμε". Εδώ επιτελώ διπλό έργο. Αφενός κάνω τον τίτλο ανθρώπινο, αλλά και αφετέρου θίγω ένα θέμα (τον προαστιακό) το οποίο ήθελα μεν να το θίξω, το ξέχασα δε. Και όποιος σκεφτεί ότι τώρα έκανα τίτλο το πρόχειρο για σημειώσεις ή το σκελετό, τον παραπέμπω και πάλι δύο παραγράφους πιο πριν, στον Tom.

Η συνέχεια μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα αφιέρωμα σε ένα φίλο. Η αλήθεια είναι ότι το post ήταν καθαρά προσωπικό και κανείς δεν κατάλαβε σε τι επέτυχε ο φίλος τούτος, αλλά και πάλι ο τίτλος ήταν μικρός, παρότι άνω του μέσου όρου. Επίσης πρέπει να πω ότι ανέβηκε ταυτόχρονα σε δύο blogs, στο δικό μου και στη sofi-k (και εδώ ένα δικό της παράδειγμα πολύ ωραίου τίτλου). Γι αυτό λοιπόν θα έπρεπε να λέγεται "Πολύ μας συγκίνησες ρε μάγκα με αυτό το τηλεφώνημα και γι αυτό παρατήσαμε τις δουλειές μας και ανεβάσαμε τα κάτωθι και οι δύο" αντί του ξερού "Συγχαρητήρια Σπύρο aka last drive".

Δε νομίζω ότι έχει κανένα νόημα να κάτσω να το κάνω αυτό και για τα υπόλοιπα 15 posts. Φαντάζομαι ότι πήρατε μια ιδέα του τι σημαίνει για μένα τίτλος. Σε όσους άρεσε η ιδέα μου και θα ήθελαν κάτι αντίστοιχο, είμαι στη διάθεσή τους. Αντί επιλόγου λοιπόν, θα μοιραστώ μαζί σας τον προβληματισμό μου για τον τίτλο αυτού του κειμένου (τον οποίο, βέβαια, εσείς θα έχετε κιόλας δει). Ναι, δε νομίζω ότι μπορώ να του δώσω άλλο όνομα από "Τίτλοι"!

Υ.Γ. Πολύ εσωστρέφεια έχει πέσει στο blog μου. Αν ξαναγράψω κάτι παρόμοιο λιθοβολείστε με.

buzz it!

Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου 2006

Περί λογοπαιγνίων

Το προηγούμενο κείμενο μου βγήκε λίγο κλαψομούνικο και επειδή δεν είναι του τύπου μου τέτοια πράγματα σε αυτό θέλω να γελάσουμε πολύ. Αρχικά ένα πρόσφατα διασκευασμένο τραγούδι:

Άγγελος εξάγγελος μας ήρθε μ’ ένα blog
Γερμένο πάνω σ’ Internet Explorer
Δεν ήξερε καθόλου μα καθόλου HTML
Και έψαχνε τα βιβλία με τις ώρες

Τα comments που του γράφαν' ήταν όλα τους γλυκά
Μα ‘κείνου δεν του φτάνανε καθόλου
Γιατ’ ήθελε να φτάσει του Δήμου τη μαγκιά
Μα όλα του τα post ήταν του κώλου

Έστησε το template του κάπως κουτσά στραβά
Κ’ έλεγε καλαμπούρια σ’ άλλους bloggers
Μπαινόβγαινε κεφάτος στου monitor τα λουτρά
Και χάζευε τα links τους και τα comments

Και πέρασε ο χειμώνας κ’ ήρθε η καλοκαιριά
Κ’ ύστερα θα ξανάρθουνε τα κρύα
Ώσπου κάποιο βραδάκι βρε θα του ‘ρθει ξαφνικά
Θα γράψει ένα post σκέτη μαγεία

Τα λόγια μου χανόντουσαν στη blogογειτονιά
Μες το μυαλό μου είχα μαύρη νύχτα
Τα νέα μου τα κείμενα δεν θα ‘ναι παπαριά
Θα ‘χουνε μέσα όλη την αλήθεια

Αμέσως καταλάβαμε πως κάτι είχες να πεις
Και σου ‘παμε να μείνεις τρελαμένα
Αφού τα κείμενά σου θα ‘ναι της προκοπής
Προσέξτε να μη χάσουμε κανένα


Καλό; Καλό ξεκαλό αυτό ήταν. Πάμε παρακάτω. Εμένα που λέτε αγαπητοί (και ατελείωτοι, μην το ξεχνάμε αυτό) αναγνώστες μου, μου αρέσουν πολύ τα λογοπαίγνια. Όταν λέμε μου αρέσουν εννοούμε μέχρι αηδίας και κούρασης. Οι εκτός net φίλοι μου έχουν αρχίσει και κουράζονται λίγο, αλλά αυτό είναι δικό τους πρόβλημα. Μερικοί από αυτούς όμως έχουν αρχίσει να διαφθείρονται και να πετάνε και δικά τους λογοπαίγνια, οπότε κάποτε προσπάθησα να τα συγκεντρώσω όλα και να τα κάνω βιβλίο με τίτλο "Πέστροφες και πεευθείες", αλλά κάπου στο πρώτο κεφάλαιο κόλλησα λίγο γιατί δεν ήθελα να φτιάξω ένα απλό λεξικό αλλά μια ιστορία. Θα προσπαθήσω να το συνεχίσω κάποια στιγμή, αλλά μέχρι τότε σας κάνω δώρο ένα ποιηματάκι που περιέχει:

Οι φύλακες στις φυλακές
βάζουνε φάκες στις φακές

Θα μπω για να βρω το θαμπό
αυτί που 'χει αυτή


Και ενώ έχω παρατήσει εντελώς τις πέστροφές μου για κάνα χρόνο μου έρχεται η έμπνευση και εκεί που ετοιμαζόμουν ένα βράδυ να βγω το συνεχίζω ως εξής:

Αντί αντίδια που 'θελα
με άλλα χόρτα χόρτασα

Αυτά!!! Δεν ξέρω πόσο γελάσατε ή εκνευριστήκατε για το χρόνο που χάσατε αλλά αυτά είχα να δηλώσω για σήμερα και ο σκοπός μου -να νιώσω καλύτερα- ήρθε λίγο πιο κοντά.

buzz it!

Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2006

Ωδή σε ένα τέλος

Τον τελευταίο καιρό δεν γράφω, σχεδόν τίποτα και πουθενά. Δεν είναι ότι δεν έχω θέματα. Έχω πολλά και ωραία.

Καταρχάς πήγα Stomp! Ωραία ήταν! Μόνο που δεν θα τους ήθελα με τίποτα για γείτονες αυτούς τους τύπους. Όποιος είδε τα νούμερα με τις σκούπες, τους νεροχύτες και τα άλλα είδη οικιακής χρήσεως μπορεί εύκολα να τους φανταστεί πως θα κάνουν και όλα τα υπόλοιπα. Και όλα τα κάνουν όλοι μαζί. Ας πούμε πως θα ήταν αν έπαιζαν τάβλι όλοι μαζί; Η αν έκαναν ζάπινγκ; Η sex; Anyway…



Μετά είχαμε τις εθνικές μας. Με τα καλά τους και τα κακά τους. Εγώ πάντως ήθελα να κερδίσουμε το NBA. Από εκεί και πέρα και το ασημένιο είναι περισσότερο από καλό, πιο καλό από το χρυσό ευρωπαϊκό. Σήμερα ήταν η σειρά των Ισπανών. Δεν πειράζει, από αυτή την ομάδα έχουμε να δούμε και μεγαλύτερα πράγματα, έχει συνέχεια. Ενώ οι του ποδοσφαίρου ήταν μάλλον ήταν μια φούσκα. Χθες με το ζόρι νίκησαν τη Μολδαβία.




Και τώρα που τα έκαψα με μια παράγραφο το καθένα ας αντιμετωπίσω και τους προσωπικούς μου δαίμονες. Αυτή την περίοδο τελειώνει μια ιστορία πάνω στην οποία είχα στηρίξει μεγάλο μέρος των ελπίδων μου για τη ζωή, και τελειώνει άδοξα. Οι κόποι 5 ετών, αλλά και το χρήμα 2 γενεών δεν απέφεραν καρπούς. Και τώρα βρίσκομαι στη δυσάρεστη θέση να ενημερώνω πελάτες και προμηθευτές ότι κλείνω και να πουλάω πράγματα που είχα αγοράσει πανάκριβα για ψίχουλα (όσα καταφέρω να πουλήσω, τα άλλα θα τα πετάξω).

Για όσους δεν κατάλαβαν κλείνω μια επιχείρηση. Και το χειρότερο είναι τα χρέη. Πολλά λεφτά που πρέπει να δοθούν, πολλά χρόνια χαμένα που θα δουλεύω για άλλους, πολλά χρόνια χάθηκαν που δούλευα για το τίποτα. Αλλά και πολύ πίκρα για ανθρώπους που δεν άξιζαν. C’ est la vie…

Πολύ κλάψα και δεν την αντέχω. Πάμε, έχουμε πολλές δουλειές να κάνουμε!

buzz it!

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2006

Bloggers και blooks

Θέλω να συγχαρώ τους συναδέλφους bloggers που έβγαλαν τα posts τους σε βιβλίο. Χαίρομαι με τη χαρά τους και ίσως με αυτό το post να κλέβω λίγη από τη δόξα τους αλλά ελπίζω να με συγχωρήσουν. Υποκύπτοντας όμως στην ακατανίκητη ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει κάπου, την οποία ικανοποιώ σπανίως, θα τους κάνω μια δωρεάν συναδελφική διαφήμιση.

Τους αναφέρω με σειρά έκδοσης:






Πιτσιρίκος











Κουρούνα












Αλεξάνδρα Σταμάτη












ViSta












Πάνος Ζέρβας










Lili







Μπράβο παιδιά, και εις ανώτερα. Δεν ξέρω ποια ήταν τα όνειρά σας ξεκινώντας τα διαδικτυακά σας χρονικογραφήματα (η πουτάνα η κλασική παιδεία δεν κρύβεται) και αν αυτό που συνέβη ήταν μέσα σε αυτά αλλά σας ζηλεύω. (Δεν ξέρω καν κατά πόσο είστε παιδιά). Πολύ ευχάριστη ήταν και η έκπληξή μου όταν έγραψα στο Google "εκδόσεις μαραθιά" και αντί για ένα κλασικό site το πρώτο αποτέλεσμα ήταν ένα blog. Τι ωραία!

Και στα δικά μας!






Δεν πιστεύω να έχω τίποτα νομικά μπλεξίματα με την τελευταία φωτογραφία. Για κάθε περίπτωση δηλώνω υπεύθυνα ότι την έφτιαξα μόνος μου (και μάλιστα στο paint, ούτε καν στο Photoshop), ότι δεν έχω βγάλει βιβλίο (αν και θα ήθελα, ζηλεύωωωωω), ότι οι Εκδόσεις Μαραθιά δεν έχουν καμία ευθύνη για αυτή τη φωτογραφία και τέλος πάντων ό,τι άλλο πρέπει να δηλώσω για να είμαι ok. Οκ?

buzz it!

Τετάρτη 2 Αυγούστου 2006

Βόλτα με το τραμ (ταράμ)

Είπα λοιπόν και εγώ, αφού δεν αξιώθηκα μέχρι τώρα να αφήσω ποτέ το αμάξι μου, τώρα που το έχω στο συνεργείο να πάω μια βόλτα με το τραμ. Και αφού είχε και ωραία μέρα είπα να πάω για μπάνιο. Και πήγα!

Έφτασα με το μετρό στο Σύνταγμα και τσουπ! νάτος ο σταθμός μπροστά μου. Από εκεί και πέρα άρχισα να κάνω σα χαζό. Χαιρόμουν που έβγαζα εισιτήριο. Χαιρόμουν που το ακύρωνα. Χαιρόμουν που περίμενα και έψαχνα ποιο είναι το δικό μου (τραμ, όχι εισιτήριο). Γενικώς χαιρόμουν! Τι ωραία.

Κάποια στιγμή, όχι πολύ αργότερα, ήρθε ο Pininfarina (ναι ο ίδιος... έλα μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις). Τι ωραίο που είναι! Κοίταξα πάλι προς τα πίσω και εκεί που έλεγε τραμ εγώ διάβασα ταράμ. Τώρα δεν ξέρω τι σου έρχεται στο μυαλό διαβάζοντας ταράμ αλλά εμένα δεν μου ήρθε ο ταραμάς ούτε ο Τάραμας. Μου ήρθε ο ήχος από το συρτάκι (μη στραβομουτσουνιάζεις, σκέψου το λίγο. Ταράμ, παμ, ταράμ, παμ, ταραραταράμ και πάει τραγουδώντας).

Μπήκα μέσα τραγουδώντας -από μέσα μου- συνεχώς αυτό το τραγούδι. Αναπόφευκτα, λοιπόν, μου ήρθαν στο μυαλό οι Ολυμπιακοί Αγώνες και συγκεκριμένα το κλιπάκι που είχαν δείξει για την προετοιμασία, όταν ένας μεγάλος είχε πει ότι έμοιαζε με συρτάκι (αργή στην αρχή, φορτσάτη στο τέλος). Θυμόμουν τις μπουλντόζες να σκάβουν αργά, αργά ένα τίποτα και από πάνω να παίζει ένα αργόσυρτο ταράμ...

Το τραμ (ταράμ), βέβαια, δεν έφτασε ποτέ το φρενήρη ρυθμό του συρτακικίου -αυτή η γενική πάντα με μπέρδευε- αλλά τελικά δεν είναι και τόσο αργό όσο το λένε. Πως μου τη δίνει αυτή η γκρίνια... Άσχετο! Συνέχισα και εγώ το ταράμ μου (προσπάθησε να το πεις δυνατά αυτό, "ταράμ μου", πλάκα δεν έχει;) μέχρι που έφτασα σε μία παραλία και κατέβηκα. Από εκεί και πέρα το όλο σκηνικό ήταν μια καταστροφή, γι αυτό θα σταματήσω εδώ για να μείνουμε με καλές εντυπώσεις.

Το μόνο που δεν μου άρεσε ήταν το εσωτερικό του. Θα το ήθελα πιο σημερινό ή έστω πιο παλιό. Αλλά εντάξει μωρέ...

Εσούρωσα κι αργήσαμε, μα όσο και να φταίω
περπάτα να προλάβουμε το τραμ το τελευταίο

Ντράγκα-ντρουγκ το καμπανάκι
Ντράγκα-ντρουγκ μες στο βραδάκι
Ντράγκα-ντρουγκ το καμπανάκι
να μάς πάει κούτσα-κούτσα στο παλιό μας το τσαρδάκι

Περνούν πολύ μιζέρικα τα νιάτα μας τα έρμα
αλλ’ άνοιξε το βήμα σου, να φτάσουμε στο τέρμα

Ντράγκα-ντρουγκ κι αν βρούμε θέση
θα στρωθείς και θα σ’ αρέσει
Ντράγκα-ντρουγκ κι αν βρούμε θέση
λίγο απάνω σου να γείρω, γιατί έχω γίνει φέσι

Εμείς με τραμ πηγαίνουμε και άλλοι με ταξάρες
Για μάς τα ντόρτια κι οι διπλές και γι άλλους οι εξάρες

Ντράγκα-ντρουγκ το καμπανάκι
Ντράγκα-ντρουγκ μες στο βραδάκι
Ντράγκα-ντρουγκ το καμπανάκι
Ντράγκα-ντρουγκ τι κρίμα που ’ναι να ’σαι τόσο φτωχαδάκι


Αφιερωμένο στην υπέροχη sofi-k που ήταν μαζί μου σε όλη αυτή τη βόλτα

buzz it!

Σάββατο 29 Ιουλίου 2006

Συγχαρητήρια Σπύρο aka last drive

Είμαστε πολύ υπερήφανοι που είμαστε φίλοι σου!

Προχώρα γερά. Είμαστε σίγουροι για σένα!

Πάμε να οδηγήσουμε την πνευματική ζωή του τόπου!

Το ταλέντο σου είναι αναμφισβήτητο. Καιρός να το μάθει όλη η Ελλάδα!

Περιμένουμε το πρώτο σου βιβλίο (Μέχρι τότε ένα post δε θα μας χάλαγε).

We love yououououououou!!!

aggelos-x-aggelos
sofi-k

buzz it!

Πέμπτη 27 Ιουλίου 2006

Για όλα αυτά που δεν θα γράψω

Αυτό το κείμενο δεν είναι σαν τα άλλα

Αυτό το κείμενο δεν διαβάζεται

Αυτό το κείμενο μπορεί να κάνει διάφορα άλλα πράγματα

Είναι σουρεάλ

Δεν είναι σουρεάλ, είναι όνειρο

Και εφιάλτης μαζί

Αυτό το κείμενο τώρα βλέπει ειδήσεις

Και σε λίγο θα σηκωθεί να πάει για μπάνιο

Αυτό το κείμενο ψάχνει τα κλειδιά του (πάντα τα χάνει)

Τα βράδια τα πίνει (και βρίσκει τα κλειδιά του)

Δεν το διαβάζεις –σε διαβάζει

Αν και δεν διαβάζει πολύ

Αλλά ούτε και ζει

Ψάχνει το τι θα έκανε

Αν… αν

Αυτό το κείμενο ανάβει την πίπα του

Δεν έχει τι να κάνει

Και όταν έχει δεν το κάνει

Αυτό το κείμενο δεν ασχολείται

Δεν είναι εδώ

Ναι, αυτό το κείμενο δεν είναι σε αυτό το blog

Δεν είναι πουθενά

Αυτό το κείμενο κοιμάται

Και όταν ξυπνάει παίζει με τις λέξεις

Γιατί δεν είναι δικές του –δεν είναι κείμενο, θυμάσαι– και δεν το νοιάζει

Αυτό το κείμενο πεινάει

Αυτό το κείμενο πονάει

Για το προηγούμενο θα φάει ένα σάντουιτς –πριν πάει για μπάνιο

Εξ’ αιτίας του τελευταίου υπάρχει





Αυτό το κείμενο δεν υπάρχει

buzz it!

Πέμπτη 13 Ιουλίου 2006

Τα όχι που με κούρασαν

Χθες το βράδυ διάβαζα το blog του φίλου Αβεσσαλωμ και συγκεκριμένα το post με τίτλο Αβεσσαλώμ ο βρομόστομος! και είπα να συνεχίσω το έργο του.

Ο φίλος αυτός λοιπόν, περιγράφει -με ολίγον άκομψο τρόπο, αλλά πλήρως δικαιολογημένο- πως καταστράφηκε ο μεσημεριανός του ύπνος από τηλεφωνήματα για promotion. Σκέφτηκα λοιπόν ότι υπάρχουν και πιο απλά πράγματα που μας ταλαιπωρούν καθημερινά απλά και μόνο επειδή κάποιος πρέπει να μας δημιουργήσει μια ανάγκη ή επειδή έτσι ζει.

Και ας αρχίσουμε από το καφεδάκι μας σε μια πλατεία. Πρώτοι και καλύτεροι οι μαυρούληδες με τα CD τους. Οι πιο διακριτικοί όλων, είναι η αλήθεια. Πρώτο όχι. Μετά -σπανιότερα πλέον- ο λαχειοπώλης. Δεύτερο όχι. Ακολουθούν οι κάθε λογής και εθνικότητος μικροπωλητές με τις κάθε λογής αηδιούλες τους που είναι και τρομερά εκνευριστικοί γιατί αυτά που πουλάνε κάνουν και θόρυβο (έχετε δει τελευταίως κάτι οβάλ μπαλίτσες που κάνουν θόρυβο όταν τις πετάς στον αέρα; Είναι η τελευταία λέξη της μόδας). Πολλά όχι.

Η πλήρης καταστροφή του καφέ, βέβαια (ως διαδικασία, όχι του υγρού), έρχεται όταν εμφανιστεί κάποιο γυφτάκι. Εκεί δεν ξεμπερδεύεις με ένα όχι. Συνήθως δε, επειδή είναι και μικρά, όλο και κάποιος από την παρέα θα πει καμιά ατάκα τύπου βρε καλώς το, που είσαι εσύ βρε, τι κάνεις βρε φάτσα (ναι όλα έχουν μέσα βρε) και εκεί είναι που δεν ξεκολλάει το μικρό με τίποτα. Και καλά άμα μόνο μιλάει, αλλά συνήθως κάνουν και άλλα εκνευριστικά. Παίρνουν αναπτήρες, κινητά, πορτοφόλια, πετάνε κάτω τσάντες και κλειδιά, και διάφορα άλλα ευφάνταστα. Τώρα εδώ δεν έχουμε μόνο όχι. Έχουμε "όχι, όχι μη αυτό, αφού σου είπα δεν θέλω, μη θα μου το σπάσεις, άσε κάτω τα μαλλιά της κοπέλας" κλπ.

Μετά θα σκάσει και ο κλασικός πρεζάκιας, ο οποίος ανέβασε το διαχρονικό "φιλαράκο μήπως έχεις κάνα κατοστάρικο" κατευθείαν σε ευρώ, από την πρώτη κιόλας μέρα (που 'σαι Σημίτη με τη σιγουριά σου για τις ανατιμήσεις). Και εκεί το πιο εκνευριστικό είναι οι δικαιολογίες (να πάρω εισιτήριο, πορτοκαλάδα, φάρμακα). Τελευταίο όχι με την τελευταία γουλιά καφέ.

Πας λοιπόν να πάρεις το δρόμο για σπίτι. Θέλεις μια τσάντα μόνο για τα φυλλάδια που θα μαζέψεις στη διαδρομή. Πόσα φροντιστήρια και γυμναστήρια έχει η Αθήνα; Ε, τόσα θα είναι και τα φυλλάδια. Και τα όχι! Μα πάρε. Μα δεν θέλω. Μα είναι τσάμπα. Και ότι είναι τσάμπα δηλαδή πρέπει να το παίρνω;

Και φτάνουμε έξω από την πόρτα ενός κέντρου αδυνατίσματος... Έ ρε γλέντια λέμε. Σκάει η κουκλάρα και αρχίζει "Καλημέρα σας, από τα ινστιτούτα ομορφιάς τάδε, σας κάνουμε αυτό το δωράκι ΜΟΝΟ για σήμερα αρκεί να έρθετε πάνω για μια ενημέρωση μπρλμπρλμπρλμπρλμπρλ..." και καταλήγει στο ότι δεν είσαι υποχρεωμένος να αγοράσεις. Λες και δεν το ήξερα εγώ και πρέπει να μου το πει. Λες και εγώ είμαι με το χέρι στην τσέπη και ό,τι μου πουλάνε κατευθείαν το αγοράζω. Εδώ δεν ξεμπερδεύεις με ένα όχι. Στην καλύτερη με "α παράτα μας κοριτσάκι μου" στη χειρότερη... άστο.

Μπαίνεις στο σπίτι και ανοίγεις την τηλεόραση. Και αρχίζουν όλοι αυτοί οι τρισευτυχισμένοι ηλίθιοι που λιώνουν σε κάποιο μηχάνημα για sexy κοιλιακούς να χαμογελούν λες και έχουν πιει τα καλύτερα ναρκωτικά (λες;). Εδώ το όχι το λες με το off. Κάτι είναι και αυτό. Αλλά μετά πέφτεις λίγο να κοιμηθείς και (...) τι άλλο να πω εγώ; Τα είπε όλα ο βρομόστομος. Εκεί όντως βρίζεις, δεν αρκεί το όχι.

Το χειρότερο όμως είναι αυτά τα ηχογραφημένα μηνύματα. Τα οποία ξεκινούν με το ακόμα χεορότερο ¨αυτό το μήνυμα δεν έχει χρέωση". Τι λες ρε; Υπήρχε περίπτωση να με πάρεις τηλέφωνο και να χρεωθώ; Και γιατί μου το λες; Για να σε πάρω με καλό μάτι, σαν την άλλη που δεν με υποχρεώνει να αγοράσω; Εκεί δεν μπορείς να βρίσεις κιόλας και την πληρώνει το καημένο το τηλέφωνο.

Κάτι πρέπει να γίνει με αυτό το θέμα. Μήπως να χρεώναμε τα όχι;



Σημαντική προσθήκη από την αγαπημένη μου sofi-k (Παρασκευή 14/6/06).

Υπάρχει ένας αριθμός, το 210-6475600, στον οποίο μπορεί ο καθένας να απευθυνθεί και να δηλώσει ότι εκνευρίζεται όταν του τηλεφωνούν για οποιοδήποτε διαφημιστικό μήνυμα. Και δεν τον ξανακαλούν. Έτσι λένε τουλάχιστον...

Ένα blog γίνεται ενδιαφέρον όταν έχει ενδιαφέροντες αναγνώστες!

buzz it!

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2006

Φονιάδες των λαών, Pink Floyd!

We don't need more education φώναζαν πριν από περίπου 30 χρόνια οι Pink Floyd και είχαν δίκιο. Η εκπαίδευση, όπως είχε καταντήσει τότε, ήταν από μόνη της λόγος για επανάσταση. Οι καθηγητές -όπως και ο κάθε ένας που έχει την οποιαδήποτε μορφή εξουσίας, παντού και πάντα- είχαν διαφθαρεί και είχαν πάρει το ρόλο του τιμωρού αντί για αυτόν του δασκάλου. Η εκπαίδευση είχε γίνει ένα είδος ιεράς εξέτασης (τουλάχιστον στην Ελλάδα).

Τότε με αυτό το τραγούδι-σύνθημα ξεσηκώνονταν όλοι. Εναντίον των πάντων. Για εμάς που γεννηθήκαμε λίγο αργότερα (είμαι μόλις τρία χρόνια μεγαλύτερος από το τραγούδι) τα πράγματα ήρθαν και λίγο πιο φουσκωμένα, βέβαια, αλλά χωρίς αλλοίωση -ελπίζω- του αρχικού -και αναρχικού- τους νοήματος. Έτσι, λοιπόν, η παιδεία άλλαξε, το τοίχος έπεσε, ακόμα και οι ανθρακωρύχοι νομίζω ότι το χρησιμοποίησαν. Και πάντα έφερνε έμπνευση.

Αλλά -καημένε Πανούση, εσείς είσαστε η αδικημένη γενιά; η γενιά του 60; για γύρνα δες τη γενιά του 80- κάθε γενιά μάλλον χρειάζεται την επανάστασή της. Και σήμερα, που η παιδεία έχει πάλι τα χάλια της (τουλάχιστον στην Ελλάδα), οι φοιτητές αποφάσισαν να αντιδράσουν ξανά.

Πριν εξετάσουμε αν έχουν δίκιο ή άδικο ας δούμε γιατί έγινε χάλια η παιδεία. Σε ποιανού τα χέρια είναι τα Πανεπιστήμια τα τελευταία χρόνια; Ποιοι κάνουν κουμάντο μέσα σε αυτό το περιβόητο άσυλο; Πως διαχειρίζονται τις κρίσεις;

Οι απαντήσεις εν τάχη:
Στων φοιτητών.
Όλοι (κατά πως τους συμφέρει).
Δεν τις διαχειρίζονται (ωχ αδερφέ, εγώ θα την πληρώσω τη στέγη του Πολυτεχνείου;).

Δηλαδή τι έγινε; Η πανέξυπνη δημοκρατία μας τους έδωσε το μέγα αναλγητικό των πόνων της καταπίεσης. Τους έδωσε απόλυτη και ατιμώρητη εξουσία! Κάντε ότι θέλετε! Κάντε φοιτητικές εκλογές (υπό τη σκέπη των κομμάτων μας πάντα, αλήθεια ΔΑΠίτες και ΠΑΣΠίτες, δεν μιλάνε σαν να είναι όλοι ΚΝίτες)! Σπάστε! Καταστρέψτε! Δεν θα σας πιάσει κανείς! Έχετε άσυλο! Διαλύστε γραφεία και εργασίες αυτών που έχουν το θράσος να διαφωνούν μαζί σας! Ταλαιπωρηθήκατε αρκετά επί χούντας, τώρα δεν σας μιλάει κανείς! Κρατήστε καθηγητές ομήρους μέχρι να συμφωνήσουν με ότι θέλετε! Κρεμάστε όσους δεν συμφωνήσουν!

Και η εξουσία που πάντοτε διέφθειρε κατέφαγε και πάλι τα κόκαλα της δημοκρατίας. Και, σαν κανονικά πρόβατα, όλοι τρέχουν από πίσω από παλιές και δοκιμασμένες ιδεολογίες. Χωρίς φαντασία (καημένε και συ Σιδηρόπουλε, με τη "φαντασία στην εξουσία" σου, που όλοι το τραγουδάνε ειρωνικά, και δεν καταλαβαίνουν ότι πλέον μιλάει για τους ίδιους), χωρίς νέο όραμα. Παπαγαλίζουν λέξεις πειστήρια του αναμφισβήτητου δίκιου τους όπως παγκοσμιοποίηση, κεκτημένα, δημοκρατία κ.α. και δεν καταλαβαίνουν ότι το ναρκωτικό της εξουσίας τους έχει κάψει ολόκληρους και το μόνο που δεν πρέπει να ζητάνε είναι το πρώτο που ζητάνε: Να μην αλλάξει τίποτα. Μωρέ, αίτημα επαναστάτη!

Και αφήνουν την εκάστοτε κυβέρνηση να συνεχίζει ανενόχλητη να κρατάει σίγουρη την Ελλάδα στην τρίτη θέση παγκοσμίως στις δαπάνες για τον εξοπλισμό. Τραγουδώντας πάντα we don't need more ejucation. Μάλλον το μήνυμα ήταν πολύ δυνατό για να σβήσει τόσο εύκολα. Γι αυτό λέω φονιάδες των λαών τους Pink Floyd. Γιατί η βόμβα που έφτιαξαν το '79 σπέρνει ακόμα το θάνατο αλλά από την αντίπερα όχθη αυτή τη φορά.

Θα μου πεις, που να ήξεραν και αυτοί ότι ο κόσμος θα γίνει τόσο άμυαλος ώστε να μην ξεχωρίζει τη διαφορά της εκπαίδευσης το '79 με τη σημερινή...

Φονιάδες των Pink Floyd, λαοί!

(Οι πηγές έμπνευσης για αυτό το post ήταν:

buzz it!

Τετάρτη 14 Ιουνίου 2006

Σήμερα είναι η μέρα των bloggers!!!

...και όχι μόνο:

Παγκόσμια ημέρα εθελοντή αιμοδότη.

Το 1987 πήραμε το πρώτο Ευρωμπάσκετ.

Το 1864 γεννήθηκε ο Dr Αλτζχάιμερ (κατά εκεί πάμε).

Το 1995 πέθανε ο Rory Gallagher (αγαπημένος μου πολύ).

Το 1928 γεννήθηκε ο Che Guevara (πάμε σιγά σιγά στα επαναστατικά).

Και...

(τρρρρρ, τρρρρρ, τρρρρρ)

...Το 1993 εμφανίσθηκαν οι πρώτοι χρονικογράφοι (Webloggers) του internet!!!

Χρόνια μας πολλά, να μας χαιρόμαστε και να τα χιλιάσουμε. Να κάνουμε τη δικιά μας, μοντέρνα επανάσταση, χωρίς να έχουμε ανάγκη κανέναν. Να θέτουμε ερωτήσεις σοβαρές και να ζητάμε απαντήσεις που να καλύπτουν πλήρως αυτό που ρωτήσαμε. Θάνατος στην ξύλινη γλώσσα! Για παράδειγμα θα αναφέρω τη συζήτηση που έγινε στο νέο blog του Νίκου Δήμου για τα ΑΕΙ. Και πείτε μου ένα παραθυροκάναλο που να ακούστηκε κάτι πιο ουσιαστικό. Και δεν είναι μόνο αλλά αυτή, αλλά δεν θέλω να το κάνω index αξιόλογων συζητήσεων το post.

Θα κλείσω το αφιέρωμα με μια φράση του πιτσιρίκου:

Φτιάξτε όλοι ένα blog! Τώρα!

buzz it!

Σάββατο 10 Ιουνίου 2006

Μαμά σήμερα δεν έχουμε σχολείο

«Μαμά σήμερα δεν έχουμε σχολείο.»
«Μπράβο μπορείτε να δουλέψετε.»
«Μαμά μπορούμε να παίξουμε.»
«Δεν έχω λεφτά για παιχνίδια.»
«Δε θέλουμε λεφτά δώσε μας ότι έχεις.»


Τρεις κατσαρόλες, δυο ταπερ και μερικά μαχαιροπίρουνα δεν είναι το καλύτερο παιχνίδι που έχει φανταστεί ένα παιδί. Παρόλα αυτά τρεις κατσαρόλες, δυο ταπερ και μερικά μαχαιροπίρουνα μπορεί να διεγείρουν μια παιδική φαντασία πολύ περισσότερο από ένα play station ή οτιδήποτε άλλο. Όταν λοιπόν ένα μαχαίρι (που κάποτε θα μπορούσε να είχε κόψει κάποιο κομμάτι κρέας, να είχε ανοίξει μια πόρτα σε μια διάρρηξη ή να είχε καρφωθεί σε μια καρδιά) άρχισε να χτυπά μια κατσαρόλα, αρχικά ακανόνιστα και ίσως ενοχλητικά, μα σιγά σιγά με κάποιο ρυθμό ένα ταπερ άρχισε να το ακολουθεί. Τα παιδία δεν ήξεραν μουσική. Είχαν όμως ρυθμό. Και φαντασία. Όλα τα σκευή έγιναν όργανα. Άλλα έβγαζαν μουσική και άλλα όχι. Οι κατσαρόλες παράγουν ήχο αν πιστεύεις ότι είναι κρουστά και τα χτυπάς. Αλλά τα πιρούνια αν τα ενώσεις και πεις ότι είναι κιθάρα δεν ακούγονται. Μικρό το κακό. Το θέμα είναι ότι τα παιδιά έδωσαν την καλύτερη συναυλία που θα μπορούσαν να είχαν δει ποτέ τους. Και χάρηκαν. Και χάρηκαν τόσο πολύ που αποφάσισαν να μην επιστρέψουν ποτέ τα «όργανά» τους για να γίνουν μεγάλοι μουσικοί.
Τα παιδιά μπορούν να ονειρεύονται γιατί δεν έχουν αρνητικές εικόνες στο κεφάλι τους να καταλάβουν το χώρο τον σκέψεων. Η μητέρα όμως είχε ήδη αρχίσει να σκέφτεται ότι από δω και πέρα πιθανότατα θα είχε σημαδεμένα σκευή. Βέβαια, περίμενε ότι τουλάχιστον θα τα είχε.
«Που είναι τα πράγματα που σας έδωσα;»
«Ξέρεις στη διπλανή πόλη μια μπάντα δίνει αύριο μια συναυλία αλλά δεν κατάφερε να βρει όργανα και μας παρακάλεσε να τους τα δανείσουμε για να παίξουν. Θα μας τα επιστρέψουν αύριο είπαν.»
Πέντε παιδιά έκαναν καιρό να βγουν από το σπίτι τους. Τόσο καιρό όσο χρειάστηκαν να μετατρέψουν την αποθήκη σε στούντιο.


Μέσα στο δάσος πέντε παιδιά διασκέδαζαν ψάχνοντας πέτρες με περίεργα χρώματα. Κάτω από ξερά χόρτα δεν βάζεις εύκολα το χέρι σου γιατί συνήθως σε τρώνε τα φίδια. Δύσκολα θα πίστευες ότι θα βρεις τρεις κατσαρόλες, δυο ταπερ και μερικά μαχαιροπίρουνα. Τρεις κατσαρόλες, δυο ταπερ και μερικά μαχαιροπίρουνα; Και λοιπόν. Ας παίξουμε κάτι άλλο. Οι κατσαρόλες γυρνάνε στη κατηφόρα όπως και οι ρόδες που έχουν τα αυτοκίνητα. Και τα ταπερ έγιναν 2 τιμόνια για το πιο άνετο τρίκυκλο που έχει φτιάξει ποτέ ανθρώπινο χέρι. Πολλοί μικροί λεβιέδες ταχυτήτων από τα μαχαιροπίρουνα του έδωσαν μια τεραστία ταχύτητα. Και το ταξίδι κράτησε πολλές μέρες, ίσως και χρόνια. Και είδαν όλα τα μέρη του γνωστού και άγνωστου κόσμου.
«Λείψατε πάρα πολύ.»
«Συγνώμη, ο κόσμος φταίει που είναι μεγάλος.»
Πέντε παιδιά έκαναν πολύ καιρό να βγουν έξω από το σπίτι τους. Δεν ήταν η καλύτερη του μπαμπά μέσα στη νύχτα στην αστυνομία να τα ψάχνει πριν γυρίσουν νωρίς το πρωί. Έκαναν τόσο καιρό όσο χρειάστηκε να μετατρέψουν το δωμάτιο τους σε συνεργείο για το πιο άνετο και γρήγορο τρίκυκλο του κόσμου.


Ο περίπατος του σχολείου κατέληξε σε ένα μικρό δασάκι.
«Να μην απομακρυνθεί κανείς.»
Μικρές ομάδες χωρίστηκαν για να παίξουν. Με ότι βρουν. Ας πούμε με τρεις κατσαρόλες, δυο ταπερ και μερικά μαχαιροπίρουνα. Λίγα; Αρκετά για να ξυπνήσει ένα επιστημονικό δαιμόνιο. Πέντε μικροί επιστήμονες άρχισαν να ανακατεύουν νερό με χώμα και χυμούς δέντρων, φρούτα και μικρά έντομα για να θεραπεύσουν ένα φίλο τους. Χα, πολύ εύκολο για μας, ας σώσουμε και κανέναν άλλο ακόμα. Και όταν έσωσαν τους πάντες, γιατί δεν χρειάζεται να έρθουν όλοι οι ασθενείς αρκεί να βρεθεί φάρμακο για όλες τις αρρώστιες, οι «άσπρες μπλούζες» τους μαρτυρούσαν πόσο κόπο είχαν καταβάλει στην επιστήμη τους.
Η μαμά τους κατέβαλε πολύ μεγαλύτερο κόπο για να τα πλύνει και τελικά τα πέταξε.
«Και τι είναι μερικά ρούχα μπροστά στους τόσους ανθρώπους που δεν υποφέρουν.»
«Θα μου πεις όταν θα σου ξαναχρειαστούν ρούχα.»
Πέντε παιδιά έκαναν πολύ καιρό να ξαναχρειαστούν ρούχα γιατί έκαναν πολύ καιρό να ξαναβγούν από το σπίτι τους. Τόσο καιρό όσο χρειάστηκαν για να φτιάξουν το μικρό τους εργαστήριο.


Τρεις αναρχικές κατσαρόλες, δυο αναρχικά ταπερ και μερικά αναρχικά μαχαιροπίρουνα βαράγανε ντάγκλες ανάμεσα σε χόρτα κάτω από τα δέντρα μέσα στο δασός. Ευτυχισμένα γιατί στη ζωή τους έκαναν πολύ περισσότερα από όσα ήταν φτιαγμένα να κάνουν. Μια οικογένεια με πέντε παιδιά που βρέθηκε για πικ νικ στο δασός τα κλώτσησε μακριά όταν τα παιδιά πήγαν να παίξουν.
«Γιατί μαμά;»
«Γιατί είναι κακό.»
«Τότε γιατί είναι εδώ;»
«Δεν ξέρω. Μπορεί να ήταν κακά παιδιά στη ζωή τους και να τα εξόρισαν. Τι θες να κανείς παρέα με εξόριστους;»


Πέντε παιδιά κατάφεραν να γίνουν μια πολύ καλή μπάντα. Δεν έμαθαν ποτέ τους μουσική και γι αυτό έγιναν το πιο παράξενο γκρουπ. Με σχιζοφρενικούς ρυθμούς, κατάφεραν να αγγίξουν τις ψυχές κάποιων ανθρώπων που βαρέθηκαν να ακούνε τα ίδια και τα ίδια. Απλά ποτέ δεν έγιναν γνωστοί, ούτε ήταν ευπρόσδεκτοι όπου έπαιζαν. Οι πόλεις είχαν ένα άγχος μέχρι να φύγουν.


Πέντε παιδιά γύρισαν όλο τον κόσμο και έμαθαν για πολλές κουλτούρες και έγραψαν βιβλία. Αλλά ποτέ δεν εκδόθηκαν γιατί όλοι ήθελαν να μάθουν αλλά πράγματα από αυτά που μπορούσαν να δουν τα δικά τους μάτια. Γιατί τα μάτια τους ποτέ δεν διάβασαν γεωγραφία και ιστορία και οι αναζητήσεις τους δεν κατευθύνθηκαν από κανέναν. Έτσι μπόρεσαν να δουν και να περιγράψουν πράγματα τα οποία λίγοι ήθελαν να ξέρουν. Πούλησαν λίγα βιβλία μόνοι τους και λίγοι άνθρωποι έμαθαν αυτά που πολλοί δεν ήθελαν να δουν ότι υπάρχουν.


Πέντε παιδιά γύρισαν τον κόσμο γιατρεύοντας όσους περισσότερους μπορούσαν. Όχι από αρρώστιες γιατί ποτέ δεν έγιναν γιατροί αλλά από πείνα και κατάθλιψη με λίγο κλεμμένο φαΐ ή λίγη παρέα. Αλλά ποτέ δεν κατάφεραν να κάνουν φίλους γιατί δεν έμεναν κάπου και οι άνθρωποι φοβούνται αυτούς που μένουν στο δρόμο.


Πέντε παιδιά με κανονική ζωή και κανονικές δουλειές ποτέ δεν κατάφεραν να ακούσουν μουσική που δεν παίζουν τα ραδιόφωνα, ποτέ δεν είδαν πέρα από αυτά που γράφουν τα γνωστά βιβλία και ποτέ στα δύσκολα δεν εμπιστεύτηκαν κάποιον που δεν έχει μόνιμο σπίτι να τους δώσει φαγητό και συμπαράσταση αλλά και ούτε πρόσφεραν και οι ίδιοι ποτέ σε κανέναν...


Όλοι γέρασαν και πέθαναν. Τρεις κατσαρόλες δυο ταπερ και μερικά μαχαιροπίρουνα δεν έχουν καταφέρει ακόμα να ξαναφτιάξουν φαγητό αλλά δεν περνάνε άσχημα γιατί μαγειρεύουν όνειρα. Και άλλοι τα ζουν και άλλοι τα κλωτσάνε.



Το συγκεκριμένο κείμενο γράφτηκε πριν από περίπου δύο χρόνια ακούγοντας Tiger Lillies. Έπ' ευκαιρία της σημερινής τους συναυλίας, αλλά και ελλείψει εμπνεύσεως για κάτι καινούριο το αφήνω στο αγαπημένο μου blog που το έχω παραμελήσει λίγο τον τελευταίο καιρό

buzz it!

Σάββατο 20 Μαΐου 2006

"Ο Θάνατος της Μαρίας" (σχόλιο)

Το συγκεκριμένο σχόλιο μου βγήκε ένα διήγημα τριών χιλιάδων λέξεων. Υπάρχει στο blog του Νίκου Δήμου στο post με θέμα Ο Θάνατος της Μαρίας στις 11/5/06.

Αποφάσισα να στηρίξω την άποψή μου στο σχόλιο 10:47 πμ. Και γι αυτό πήγα και πήρα μια συνέντευξη από όλους. Διένυσα πολλά χιλιόμετρα αλλά τα κατάφερα.

Πρώτα από όλα πήγα στο σπίτι του Α.

a-x-a: Καλησπέρα σας κ. Α. Δεν ξέρω αν παρακολουθήσατε καθόλου σήμερα τι έγινε αλλά είστε στην επικαιρότητα.
Α: Όχι δεν ξέρω τι έγινε.
a-x-a: Ο κ. Δήμου έφερε στην επιφάνια την ιστορία που είχατε με τη Μαρία πριν πολλά χρόνια.
Α: α ναι –που τη θυμήθηκε;
a-x-a: Πείτε μας κάτι. Τι έγινε τότε;
Α: Τι να σας πω, εκείνη την περίοδο η Μαρία δεν πήγαινε και πολύ καλά. Της είχε κολλήσει ότι εγώ τη γουστάρω επειδή της είχα κάνει ένα κομπλιμέντο σε ένα πάρτι. Εγώ βέβαια δεν μπορούσα να κάνω κάτι γιατί ήξερα ότι τη γούσταρε ο Β με τον οποίο ήμασταν ανέκαθεν φίλοι και γείτονες. Αλλά τι να πεις έτσι είναι οι γυναίκες. Άμα τους μπει κάτι.
a-x-a: Εκείνο το βράδυ τι έγινε;
Α: ήταν 6 μήνες μετά το πάρτι που σας έλεγα. Είχαμε μιλήσει τηλεφωνικά και της είχα ξανά-μανά εξηγήσει ότι δεν τη γουστάρω παρότι είναι πολύ ωραία γυναίκα και ότι την έχω βρει μόνος μου. Για τον άλλον δεν είπα τίποτα γιατί μου είχε πει ότι θέλει να το χειριστεί μόνος του.
a-x-a: Μετά τι έγινε;
Α: Μετά την έπεσα για ύπνο. Και πάνω που με έπαιρνε γλυκά γλυκά ακούω χτυπήματα στην πόρτα. Τρέχω ανοίγω και τι να δω… Η Μαρία σε έξαλλη κατάσταση, μούσκεμα από τη βροχή, να κλαίει και να λέει κάτι ακατάληπτα. Τη βάζω μέσα, την ηρεμώ και προσπαθώ να της αλλάξω θέμα. Της έλεγα για τα παλιά, τότε που ήμασταν καλοί φίλοι και διάφορα τέτοια. Δεν την κράτησε πάνω από 5 λεπτά. Τα ίδια. Και σ’ αγαπάω και θα πεθάνω και τέτοια. Τι να κάνω και εγώ την άφησα να ξεσπάσει, με έβρισε, με έδειρε, με πρόσβαλε, κάποια στιγμή σταμάτησε. Το γύρισε αλλιώς μετά. Και είμαι ηλίθια που σε παρακαλάω, που εμένα τρέχουν από πίσω μου, δε θέλω να σε ξαναδώ στα μάτια μου είσαι αλήτης κλπ κλπ. Και σηκώνεται να φύγει. Βρε καλή μου, βρε χρυσή μου, που θα πας στη μαύρη νύχτα και με τέτοιο καιρό. Τίποτα αυτή. Δε θέλω τίποτα από σένα, άσε με να φύγω, μου σπάει και το μισό σπίτι, ε, κάποια στιγμή σταμάτησε. Μου είχε σπάσει τα νεύρα για να πω την αλήθεια αλλά την καταλάβαινα γιατί όταν είσαι έτσι δεν υπολογίζεις. Δεν την λυπόμουν απλά θα ήθελα να μην της συμβαίνει αυτό το πράγμα. Λες και δεν τα είχα περάσει και εγώ;
a-x-a: Και τελικά κοιμήθηκε σπίτι.
Α: Περίπου. Η βροχή όσο πήγαινε και δυνάμωνε. Της είχα στρώσει σε άλλο δωμάτιο και ξαφνικά την ακούω να με φωνάζει. Όταν πήγα να δω τι θέλει μου λέει αν μπορώ να της κάνω λίγο παρέα μέχρι να την πάρει ο ύπνος. Δέχτηκα γιατί ήξερα ότι φοβόταν τις αστραπές και τις βροντές από μια παλιά της συγκάτοικο. Τη σκέπασα καλά καλά και της χάιδεψα λίγο τα μαλλιά. Και την άκουσα να ανασαίνει λίγο πιο βαριά. Πριν προλάβω να καταλάβω τι γίνεται είχε αρπάξει το ΄δάχτυλο μου και άρχισε να μου το γλύφει. Όπα λέω τα πιάσαμε τα λεφτά μας. Τι της λες τώρα. Πάω κάτι να πω γυρνάει και μου κλείνει το στόμα. "Σσστ", μου λέει "μη χαλάς τη στιγμή". "Πια στιγμή βρε Μαριώ μου", της λέω "δεν τα είπαμε;".
a-x-a: Και μετά, και μετά.
Α: Μετά σηκώνεται λίγο από το κρεβάτι και τραβάει το μοναδικό κορδονάκι που συγκρατούσε ενωμένο το μπλουζάκι της και έτσι ημίγυμνη έρχεται κοντά μου, τόσο κοντά που η ανάσα της έκαιγε τα χείλη μου και μου λέει σχεδόν ψιθυριστά. "Τα είπαμε. Τα ξεκαθαρίσαμε. Αλλά τώρα είναι τώρα. Και αυτό το τώρα δεν θα ξανάρθει ποτέ". Δεν είχε πια κανένα από αυτά που θα μπορούσαν πριν να σε κάνουν να τη λυπηθείς. "Ζήσε το". Το κορμί της παρόλο που δεν με ακουμπούσε ένιωθα ότι έκαιγε, κάτι που είχε γίνει πιο έντονο και από το κλάμα λίγο νωρίτερα. Είχε γίνει μια γυναίκα με όλη τη σημασία της λέξεως. Μια γυναίκα που μέσα από την ταλαιπωρία της είχε βρει τον εαυτό της και ήθελε μόνο σεξ. Και, πίστεψέ με, ήξερε πώς να το πάρει…
a-x-a: Και μετά, και μετά.
Α: Τι και μετά ρε ανώμαλε; Μετά το κάναμε. Θες και λεπτομέρειες;
a-x-a: Ε, χμ, όχι θέλω να πω την επόμενη μέρα πως ξυπνήσατε;
Α: Περίεργα. Όταν τελειώσαμε η Μαρία μου γύρισε την πλάτη και κοιμήθηκε. Ή τουλάχιστον έτσι ήθελε να με κάνει να πιστέψω. Πήρε το ύφος που έλεγε "καλούτσικος ήσουν" σε μια απέλπιδα προσπάθεια να βγει κερδισμένη σε κάτι, και όλο το βράδυ δεν ξαναγύρισε προς την πλευρά μου. Κάποιες φορές νόμισα ότι άκουσα ένα λυγμό αλλά την έβλεπα ακίνητη και νόμιζα ότι κοιμόταν. Το πρωί όμως είδα τα πιο πρησμένα μάτια που έχω δει ποτέ μου και κατάλαβα ότι όλο το βράδυ έκλεγε. Η αλήθεια είναι ότι καμία στιγμή δεν μου ξεκόλλησε από το μυαλό η σκέψη του αν έκανα το σωστό. Εκείνη όμως είχε πάρει το ύφος που ήταν σα να σου λέει "ή το κάνεις, ή δεν μπορείς". Και το κόλλημά μου δεν ήταν μη με πει ανίκανο. Απλά, αν δεν το έκανα θα της είχα ρίξει δύο απορρίψεις το ίδιο βράδυ με ανυπολόγιστες συνέπειες. Είχα αρχίσει και να φοβάμαι. Νωρίτερα την είχα κρατήσει στο τσακ μη φύγει μέσα στην καταιγίδα να περάσει, άκουσον άκουσον, το ποτάμι απέναντι. Δε λέω ότι δεν μου άρεσε. Αλλά άλλο το ένα και άλλο το άλλο. Έτσι πολύ διστακτικά της είπα να της φτιάξω καφέ και εκείνη μου είπε ναι. Μετά από ένα λεπτό όμως τινάχτηκε από την καρέκλα και μου είπε, χωρίς να με κοιτάει, πως θα ήταν καλύτερα να φύγει. Τα ρούχα της ήταν ακόμα βρεγμένα και πήγα να της πω ότι θα μπορούσε να μείνει για λίγο, αλλά σαν να το κατάλαβε και με κοίταξε σαν να μου έλεγε γιατί, για να με κάνεις λίγο χειρότερα από ότι είμαι ήδη. Έτσι προτίμησα να σταματήσω το χθεσινοβραδινό παιχνίδι και της είπα ότι έχει δίκιο, καλύτερα να φύγει.
a-x-a: Και από τότε δεν την ξαναείδατε;
Α: Ε, αφού πνίγηκε; Και please μη με ρωτήσεις πως αισθάνθηκα και αν μου λείπει. Εκτός και αν σε έχει στείλει ο Αυτίας, οπότε σου σπάω το κασετοφωνάκι τώρα.
a-x-a: Όχι κ. Α. Σας ευχαριστώ πολύ.

Μετά πήγα στο σπίτι του Β. Προσπάθησα να ακολουθήσω ακριβώς τη διαδρομή της Μαρίας αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι τα κατάφερα γιατί το τοπίο έχει αλλάξει πολύ από τότε και ο κ. Δήμου δεν έδωσε αρκετές πληροφορίες. Φαντάστηκα όμως ότι η Μαρία δεν θα πήγαινε κατευθείαν αλλά θα έκανε μια μεγάλη βόλτα πρώτα. Έτσι αφού περιπλανήθηκα αρκετά έφτασα στην πόρτα του Β.

a-x-a: Καλησπέρα σας κ. Β. έρχομαι από το σπίτι του κ. Α. Θα ήθελα να μου πείτε δυο πραγματάκια για τη Μαρία.
Β: Αχ η Μαρία, χαμένο πήγε αυτό το κορίτσι ρε γαμώτο.
a-x-a: Τι έγινε εκείνη την ημέρα που ήρθε στο σπίτι σας;
Β: Ήταν πολύ ταραγμένη. Προσπάθησε να το παίξει άνετη και άρχισε να μου λέει ότι τον τελευταίο καιρό με σκεφτόταν πολύ και είπε να έρθει να δει τι κάνω. Χάρηκα που την είδα γιατί ήμουν πολύ ερωτευμένος μαζί της, αλλά παρατηρούσα κάτι ασυνήθιστο στην συμπεριφορά της. Εκείνη νόμιζε ότι με είχε πείσει ότι ήταν καλά και συνέχισε να μιλάει όλο και πιο έντονα και κάπου κάπου γελούσε χωρίς προφανή λόγο και πολύ νευρικά. Την ήξερα όμως πολύ καλά γιατί την παρατηρούσα πολύ καιρό. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς της είχε συμβεί αλλά μου έδινε την εντύπωση ότι, από τη μια ήταν πολύ ταραγμένη και, από την άλλη, ότι είχε ένα απροστάτευτο στυλ, εκείνο που έχουν οι γυναίκες όταν θέλουν να τις πάρεις αγκαλιά όταν θέλουν να σε προκαλέσουν. Αυτό το τελευταίο, όσο πέρναγε η ώρα, εμένα με αποσυντόνιζε όλο και πιο πολύ και υπέθεσα ότι σκέφτομαι βλακείες ενώ ήταν μπροστά μου το αντικείμενο του πόθου μου έτοιμο να πέσει στην αγκαλιά μου. Οπότε σηκώθηκα και πήγα και έκατσα δίπλα της σε μία παύση της κουβέντας. Τότε εκείνη ξαφνικά έδειξε να νιώθει κάπως άβολα και για μια στιγμή κοίταξε κάτω σαν να προσπαθούσε να συγκεντρωθεί σε κάτι. Μετά σήκωσε το κεφάλι της, ελαφρώς χαμογελαστή, και με κοίταξε –αλλά όχι στα μάτια. Έβαλα το χέρι μου στον ώμο της και της είπα "Μαρία τι έχεις". Δάγκωσε το πάνω χείλος της και με πήρα αγκαλιά. Τίποτα που λέει και άρχισε να με σφίγγει. Είπε και ένα δεύτερο τίποτα αλλά αυτή τη φορά πνιγμένο στα κλάματα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Την κράτησα αγκαλιά μέχρι που ξέσπασε και σταμάτησε να κλαίει. Της είπα ότι εγώ την αγαπάω και ότι αν αισθανόταν καλά θα μπορούσε να μου πει τι είχε συμβεί.
a-x-a: Και σας είπε την ιστορία με τον Α;
Β: Ναι. Ό,τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ. Και μετά μου είπε ότι μέσα από αυτή τη διαδικασία κατάλαβε πόσο λάθος έκανε που δεν με ήθελε τόσο καιρό και ότι θα μπορούσαμε να είμαστε πολύ καλά μαζί.
a-x-a: Και εσείς τι κάνατε.
Β: Της είπα τα εξής –τα θυμάμαι σαν χθες. "Μαρία μου ξέρεις πόσο σε αγαπάω και πόσο καιρό σε κυνηγάω. Αυτό που μου ζητάς αυτή τη στιγμή το ονειρεύομαι κάθε βράδυ. Αλλά την ευχή την έκανα μισή. Φαντάστηκα τη διαδρομή από το σπίτι σου μέχρι εδώ κατευθείαν και όχι με στάση, διανυκτέρευση και -θου Κύριε- στον Α." "Δηλαδή", μου λέει, "δεν με θες επειδή δεν είσαι ο πρώτος μου;" "Μη τα λες όπως σε βολεύουν Μαρία. Δεν σε θέλω τώρα και έτσι. Ή για να στο πω και αλλιώς εσύ δεν με θες. Εσύ τώρα θες κάποιον για να νιώσεις καλύτερα. Κάποιον για να ξεχάσεις. Και δεν είμαι ο κατάλληλος. Γιατί εγώ λιώνω για σένα. Αλλά όπως έλιωνα έχω συνηθίσει. Δεν θέλω να λιώνω διπλά όταν θα σε έχω αγκαλιά και εσύ θα σκέφτεσαι τον άλλον"
a-x-a:…
Β: "Μου είπες ότι δεν σε θέλω επειδή δεν είμαι ο πρώτος σου. Εγώ λοιπόν θα σου πω το εξής. Πήγαινε με όποιον και με όσους γουστάρεις. Κάνε ό,τι θες. Και ξαναγύρνα. Εδώ θα είμαι και θα σε περιμένω. Αλλά γύρνα μόνο για μένα. Και πείσε με για αυτό. Αλλιώς μη γυρίσεις ποτέ. Πίστεψέ με πονάω απίστευτα με αυτό που σου λέω. Έκλαψα και παρακάλεσα πόσες νύχτες για να έρθεις και τώρα σε διώχνω. Αλλά πιο πολύ από το κορμί σου θέλω την καρδιά σου και το μυαλό σου."
a-x-a: Και εκείνη τι έκανε;
Β: Έμεινε για ένα λεπτό ακίνητη και μετά με κοίταξε και μου είπε ότι έπρεπε να γυρίσει γρήγορα στην απέναντι όχθη γιατί στην από δω τα έχει κάνει αρκετά σαλάτα. Δεν είπα κουβέντα, γιατί υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να αρχίσω εγώ να κλαίω στην αγκαλιά της, και την πήγα ως την πόρτα. Με αποχαιρέτησε με ένα φιλί στο μάγουλο και, χωρίς να μου ρίξει ματιά έφυγε.
a-x-a: Και από τότε δεν την ξαναείδατε;
Β: Ε, αφού πνίγηκε; Τι είμαι βρικόλακας να βλέπω φαντάσματα; Δεν πιστεύω να σε έχει στείλει ο Χαρδαβέλας γιατί θα σε στείλω να τη βρεις!
a-x-a: Όχι κ. Β. Σας ευχαριστώ πολύ.

Προσπαθώντας πάντα να μπω στην ψυχολογία της Μαρίας, έφυγα από το σπίτι του Β και περιπλανήθηκα. Φαντάστηκα ότι η Μαρία δεν θα πήγε κατευθείαν στον Ψυχίατρο αλλά μάλλον θα έπεσε κατά λάθος πάνω του περνώντας μια λανθασμένη κατεύθυνση αντί της σωστής προς την όχθη. Προφανώς εκεί θα κατάλαβε εις ποίον ηθικό τέλμα είχε υποπέσει μέχρι στιγμής και θα είπε "φράγκα έχω, δεν πάω να τα πω να ξεδώσω και λίγο". Έτσι λοιπόν και εγώ, ως άλλη Μαρία, έκρουσα τον του ψυχιάτρου κώδωνα της θύρας και εισήλθον της οικίας του (και σταματάω εδώ τα αρχαία).

a-x-a: Καλησπέρα σας κ. Ψυχίατρε. Θα ήθελα να μιλήσουμε για μία ασθενή σας που είδατε μόνο μία φορά τη Μαρία.
Ψ: Μμμ. Περίεργη περίπτωση. Τη θυμάμαι χαρακτηριστικά. Είχε έρθει πολύ αλαφιασμένη. Και με το δίκιο της. Είχε κάνει χοντράδες.
a-x-a: Τι σας είχε πει;
Ψ: Όλα. Και για τον Α και για τον Β. Και πως τα είχε μπλέξει και πόσο άσχημα αισθανόταν και για τους δύο. Της είπα να ηρεμήσει και για λίγο αλλάξαμε κουβέντα. Αφού την είδα πιο δυνατή τη ρώτησα τι την οδήγήσε σε όλα αυτά. Μου είπε πως δεν ήξερε αλλά περισσότερο τώρα την ενδιέφερε πως θα τα διόρθωνε όλα αυτά. Δεν ήθελε να πληγώσει κανέναν κατά βάθος. Την είχε συνεπάρει το αρρωστημένο πάθος, η ανεκπλήρωτη αγάπη αν θέλετε, και γι αυτό έπραξε τόσο ανάρμοστα. Της είπα βέβαια ότι πρέπει να την ξαναδώ, και ίσως αρκετές φορές, και εκείνη το δέχτηκε με χαρά. Αλλά της είπα ότι σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να ξαναέχει επαφή με κανέναν από τους δύο για λίγο καιρό αφού, κάτι τέτοιο, θα περιέπλεκε τα πράγματα περισσότερο. "Χρειάζεται χρόνος", της είπα, και το κατάλαβε. Δεν ήθελε να μιλήσουμε για τίποτα άλλο και, μιας και έδειχνε όλο και καλύτερα με το συγκεκριμένο θέμα, δεν την πίεσα. Φαινόταν δυνατός άνθρωπος και, από ότι μου είπε και η ίδια, η ζωή μέχρι στιγμής της είχε φερθεί παραπάνω από επιεικώς. Όταν διαπίστωσα ότι δεν κινδύνευε η σωματική της ακεραιότητα από αυτοτραυματισμούς, απόπειρα αυτοκτονίας, ή τάση για αλκοολισμό και ναρκωτικά της συνέστησα να πάει στο σπίτι της, να πιει ένα χαμομήλι και να κοιμηθεί και εκείνη το δέχτηκε. Είχε καταλάβει ότι αν είχε τον κατάλληλο χρόνο θα μπορούσε να τα διορθώσει όλα και είχε αρχίσει να γίνεται πιο χαρούμενη. Σχεδόν ζούσε για τη στιγμή που θα ξαναγίνονταν όλα καλά όπως ήταν πάντα.
a-x-a: Και από τότε δεν την ξαναείδατε;
Ψ: Ε, αφού πνίγηκε; Ή μήπως δεν το πιστεύεις και νομίζεις ότι την έχω απαγάγει. Δε μου λες, μήπως σε έχει στείλει η Νικολούλη να σε μαυρίσω στο ξύλο;
a-x-a: Όχι κ. Ψ. Σας ευχαριστώ πολύ.

Από τα πέντε πρόσωπα που είχα να συναντήσω είχα ήδη συναντήσει τα τρία και είχα επιβεβαιώσει τις υποψίες μου ότι κανείς δεν φταίει στην ιστορία. Τώρα μου έμενε ο Περαματάρης και ο… Ληστής. Και καλά ο ένας, θα ήταν στην όχθη, ο άλλος; Περπατούσα και πάλι, αλλά τώρα με αργό βήμα προσπαθώντας να βρω ένα τρόπο ώστε να μου την πέσει ο πολυπόθητος Ληστής. Και –ω του θαύματος- ξαφνικά μπροστά μου εμφανίζεται ένας μπάτσος! Τον ρωτάω λοιπόν αν ήξερε το ληστή της Μαρίας και μου είπε ότι τον είχε σκοτώσει ο ίδιος σε μια καταδίωξη που ακολούθησε της εύρεσης του πτώματος της άτυχης Μαρίας, λίγες μέρες μετά. Μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι. Δεν υπήρχε πλέον κανένας τρόπος να μάθω τη γνώμη του. Έκανα να φύγω απελπισμένος όταν ο καλός αυτός μπατσούλης με πληροφόρησε ότι πάνω του είχε βρεθεί ένα γράμμα που αναφερόταν στο θέμα. Το παραθέτω αυτούσιο:

"Αν θα το ιξερνα οτι θα γινουταν αφτο το κακο θα εμενα νιστικος εκινη τι μερα. Τιν εβλεπα τι γκομενα από το προιγουμενο βραδι που πιγενε από το ένα σπιτι στο αλο κε λεο πουτανα θα ινε, πιρε κε 2 πελατες, κονομισα. Κε τις τιν επεσα να τις τα παρο. Όταν ιδα ποσα λιγα ιτανε τις λεο που ταφαγες μορι ξεκολιαρα, πουνε τα ιπολιπα. Ταχε πεξι κε δε μιλαγε. Κε λεο, νταξ, δε μπιραζ, θα τις ριξο κε ένα κε ιμαστε σουπερ. Τοτε ομος αυτινα εγινε σκιλα. Μουσκασε 2 ξαναστροφες που ακομα κουδουναι το κεφαλι μου κε μουφυγε ι βρομα. Φιλαξα να δο ομος τι θα κανι. Κε τιν ιδα να μιλαι με τον περαδοθετζη για να τινεπαι αποκι. Λεο καλα θα του κατσι κε τερμα. Μετα τιν ιδα να φεβγει πιο κι μοναχη κε λεο θα περιμενι κε καμια αλη ο τιπος. Κε αρχιζο να φιλαο παλι να ψιρισο κε τιν αληνα, να ρεφαρο κε τι γκινια από τι προτινα. Κιταο κιταο δε βλεπο μιτε φουστανι μητε τακουνι. Γιρναο μια προς τα νερα κε βλεπο τι δικια μου με τα βρακια κε λεο να τορα θα του κατσι να παι σπιτι. Κιαυτι η μουρλι δινι μια κε πεφτι στα νερα οσαν τον κορκοδιλα. Κε τοτενες εκαταλαβα τη μαλακια μου. Ετρεξα να τινε προλαβω μα εκινι ιχε γινι χελι κε παι. Τις εβαλα κε μια φονι να γιρισι να τις δοκο τα λεφτα να παι σπιτι μη μπνιγι μα κινι νομισε καταπος φενετε ότι σαν την ιδα τσιτσιδι εκαψωσα κε ιθελα τα πριν που δεν εκανα. Αμα θα το ιξερνα τουτο το κακο πος θα γινουταν κε τρις μερες δεν θα τρογα".

Αποφασιστικά, πλέον κατευθύνθηκα προς τον Περαματάρη και του ζήτησα να μου συμπληρώσει και αυτός το κομματάκι που μου έλειπε από το παζλ του θανάτου της Μαρίας.

a-x-a: Καλησπέρα σας κ. Περαματάρη. Θα ήθελα να μου πείτε μερικά πράγματα για τη Μαρία.
Π: Τι να σου πω παιδί μου… Τσάμπα, Τσάμπα το καημένο.
a-x-a: Καλά πως έγινε;
Π: Αχ, να σου πω. Το προηγούμενο βράδυ, που την πήρα από απέναντι, τη ρώτησα που πάει και αν το σπίτι της ήταν εδώ ή από κει. Μου είπε ότι ήταν εδώ. Και που πας ρε κοριτσάκι μου της λέω μες τη μαύρη νύχτα και με τέτοιο καιρό; Είναι επείγον μου λέει, έπρεπε να δει κάποιον. Της λέω λοιπόν: "θα γυρίσουμε σήμερα η αύριο;" "Αύριο μου λέει", σίγουρη ότι θα κοιμόταν από κει. "Καλά", της λέω, "αλλά θέλω τόσα". Μου είπε ότι τα έχει αλλά θα μου δώσει τα μισά τώρα και τα άλλα όταν γυρίσουμε από φόβο μη την αφήσω από κει. Δε μου άρεσε και πολύ, γιατί πρόσφατα είχα χάσει πολλές φορές τα λεφτά μου από τέτοια καλοπιστία, αλλά είπα να την πάω. Την άλλη μέρα έρχεται και μου λέει κάτι παραμύθια –έτσι νόμιζα δηλαδή- ότι την κλέψανε και θα μου έδινε τα λεφτά από κει όταν πήγαινε στο σπίτι. Με άλλη μία που το ‘χα δεχτεί, όταν πήγαμε πέρα, με περίμεναν δύο μπρατσωμένοι και με κάνανε τουλούμι στο ξύλο. Και λέω και ‘γω μέσα μου, τέτοια είσαι, κάτσε εδώ να μάθεις. Αυτή επέμενε ότι έλεγε την αλήθεια, και να σου πω δε μου φαινότανε για απατεώνισα, αλλά και ‘γω μεροκαματιάρης άνθρωπος είμαι, άμα δε με πλήρωνε τι θα έτρωγαν τα παιδιά μου; Σκέφτηκα, λοιπόν, μόλις έρθει και κάνας άλλος, και έχω βγάλει εγώ τα ναύλα μου, να την πάρω και αυτήν. Δεν της το είπα όμως μήπως και την έπιανε το φιλότιμο και μου τα ‘δινε. Όπως περίμενα λοιπόν τη βλέπω να γδύνεται και να πέφτει μέσα. Τρελάθηκα. Πάω να τη φωνάξω και τη να δω. Ο Ληστής με είχε προλάβει και πήγαινε να της πάρει τα ρούχα. Κρύβομαι λίγο μέχρι να φύγει και αυτός καθόταν εκεί και την κοίταζε. Και δεν τη πρόλαβα.
a-x-a: Και από τότε δεν την ξαναείδατε;
Π: Ε, αφού πνίγηκε; Ή μήπως νομίζεις ότι την έσπρωξα εγώ. Δεν πιστεύω να σε έχει στείλει ο Σόμπολος για αστυνομικό ρεπορτάζ γιατί θα πνίξω εσένα
a-x-a: Όχι κ. Π. Σας ευχαριστώ πολύ.

Τελικά μόνο τη Μαρία δεν βρήκα.

Αλλά αν έβρισκα και τη Μαρία δεν θα υπήρχε λόγος για το post…

buzz it!

Δευτέρα 8 Μαΐου 2006

Οποία τιμή στο φτωχικό μου!!!

Λίγο καιρό πριν έλαβα ένα e-mail στο οποίο διάβασα ότι δημοσιογράφος τοπικής εφημερίδας της Άρτας ήθελε να δημοσιεύσει μέρος από το κείμενο μου με θέμα "Το 'δικαίωμα' στην ηλιθιότητα", της 11/4 γιατί, λέει, το έβρισκε καταπληκτικό!

Ο φίλος αυτός υπογράφει με το ψευδώνυμο skoumas, η σελίδα του εδώ και το blog του εδώ. Τα της εφημερίδας του θα τα βρείτε εδώ, και το συγκεκριμένο άρθρο του εδώ (τα πολλά εδώ μπορεί και να προσβάλλουν τη δημόσια αιδώ... έχω κέφια).

Ατελείωτοι αναγνώστες μου, η αλήθεια είναι ότι ήθελα το συγκεκριμένο blog να είναι λίγο πιο σοβαρό. Ήθελα να γράφω μόνο τα πράγματα που με απασχολούν αλλά μάλλον δεν τα έχω καταφέρει. Δεν πειράζει. Τουλάχιστον, τα δύο σοβαρά που κατάφερα να δημοσιεύσω, έτυχαν αποδοχής δεκάδων φορών μεγαλύτερης από όσο θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ. Που ακούστηκε εγώ σε αφημερίδα! Και μάλιστα σε μια εφημερίδα σοβαρού περιεχομένου από όσο έχω καταλάβει (ως Αθηναίος δεν την έχω πιάσει ακόμα στα χέρια μου).

Και το πιο ωραίο! Το άρθρο του φίλτατου skoumas (κατά κόσμον Γιώργος) αναφέρεται σε δύο blogs.

Το δικό μου...

Και του Νίκου Δήμου!!!

Και μάλιστα με αυτή τη σειρά!!!

Δεν νομίζω ότι η όποια συγγραφική μου καριέρα θα γνωρίσει ποτέ μεγαλύτερη τιμή από αυτή. Αλλά δεν θα σταματήσω να προσπαθώ για αυτό.

Φίλε Γιώργο να είσαι πάντα καλά. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα ποτέ να είχα καλύτερο ντοπάρισμα για να συνεχίσω να γράφω. Σου εύχομαι τα καλύτερα σε σένα και την εφημερίδα σου!!!

buzz it!

Δευτέρα 17 Απριλίου 2006

Ατομική βόμβα στο δημοτικό

Πριν από λίγες μέρες μιλούσα με μία δασκάλα δημοτικού. Μου έλεγε ότι εκείνη την ημέρα δεν έκαναν μάθημα γιατί τους έκαναν σεμινάριο πάνω στα καινούρια βιβλία που θα χρησιμοποιήσουν του χρόνου.

Όλα πήγαιναν καλά ώσπου ήρθε η ώρα της Φυσικής. Δεν θυμόταν αν ήταν της Ε' ή ΣΤ' δημοτικού αλλά θυμόταν πολύ καλά το εξώφυλο. Έδειχνε ένα αεροπλάνο το οποίο έριχνε μια ατομική βόμβα!

Σε παιδιά δημοτικού!

Το σεμινάριο διεκόπη για λίγο γιατί όλοι ζητούσαν εξηγήσεις. Οι εισηγητές τους είπαν ότι έχουν διαμαρτυρηθεί πολλοί αλλά, για του χρόνου τουλάχιστον, αυτό θα είναι το βιβλίο και αυτό το εξώφυλο.

Η αρχική πρόταση ήταν να αναλάβει ο Τσαρούχης (!) το εξώφυλο, όπως και παλιότερα, αλλά για λόγους άγνωστους (όπως άγνωστο είναι και το από ποιους) αυτό που έφτιαξε απορρίφθηκε. Πάντως εικαστική παρέμβαση στην εικόνα υπάρχει. Πάνω στο μανιτάρι που σχηματίζει η βόμβα υπάρχει ένας βάτραχος(!!!).

Ελπίζω, πραγματικά, να μου έχει πει ψέματα και όλο αυτό να είναι μια μπαρούφα

buzz it!

Παρασκευή 14 Απριλίου 2006

Για την paragrafos

Να γράφεις ένα blog, ο λόγος ποιος; Να πεις αυτά που θες; Λες και δεν τα ‘παν άλλοι. Να πεις κάτι καινούριο; Και που το ξέρεις καινούριο πως θα είναι; Μήπως τα διάβασες όλα η έστω τα πιο πολλά; Αν, και μήπως, και αν δεν, και στοιχιώνεις από φαντάσματα.

Και λες δεν πειράζει τόσα με βασανίζουν ας τα πω σε κάποιον, αν με διαβάσει ποτέ κανείς. Και κάθεσαι και γράφεις, και όντας μη γραφιάς και απαίδευτος σ’ αυτό κουράζεσαι και ιδρώνεις. Και μια βδομάδα πιο μετά το ανεβάζεις.

Και τριγυρνάς σε άλλων να δεις και τίποτα άλλο, ίσως τίποτα χειρότερο από το δικό σου να χαρείς. Και που και που F5 στο δικό σου μπας και σε βρήκε κανένας.

Και βρίσκεις κάπου ένα Δήμου και κολλάς. Και στην αρχή σου αρέσει και γνωρίζεις και άλλο κόσμο και γίνεται και ντόρος στο δικό σου και εσύ κάνεις στων άλλων.

Και μια στιγμή συνειδητοποιείς ότι δεν θα φτάσεις ποτέ αυτόν που διαβάζεις και αυτούς που του γράφουν. Και τότε κουράζεσαι 2 φορές πιο πολύ μόνο και να σκεφτείς να γράψεις.

Και λες αυτό ήταν τελείωσε δεν τον ξαναδιαβάζω, γιατί όσο τον διαβάζω δεν γράφω στο δικό μου, θα ασχοληθώ με το δικό μου θα γίνω καλός σαν και αυτόν και όσους γράφουν εκεί μέσα.
Και εκεί που λες μια τελευταία ματιά και φεύγω στην κάνει η paragrafos. Και σου πετάει ένα Καββαδία εκτός Μικρούτσικου και σου παίρνει τα μυαλά.

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων

Για το Μαδράς τη Σιγκαπούρ τ' Αλγέρι και το Σφαξ
θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία
κι εγώ σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα 'χω πια ξεχάσει
κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ' όποιον ρωτά
"Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει

Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί
θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθειά στις μακρινές Ινδίες
θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες

Όλο το post είναι αφιερωμένο σε σένα καλή μου paragrafos που μου έφτιαξες το απόγευμα και το βράδυ όταν θα το διαβάζω στο κοριτσάκι μου.

buzz it!

Τρίτη 11 Απριλίου 2006

Το 'δικαίωμα' στην ηλιθιότητα

Το σύστημα δημιουργεί τεμπέληδες και ηλίθιους. Ή μάλλον πρώτα ηλίθιους και μετά τεμπέληδες. Βρισκόμαστε στην εποχή του ηλίθιου. Η μεγαλύτερη βλακεία επιβραβεύεται. Όσο πιο πολύ βλάκας είσαι τόσο καλύτερα ζεις.

Δεν θα σταθώ στην τηλεόραση και στους μαϊντανούς κάθε είδους. Το επιχείρημα "αυτά θέλει ο κόσμος" προσωπικά με καλύπτει. Η τηλεόραση, όπως και όλα τα ΜΜΕ είναι μαγαζιά. Αν δεν είχαν πελάτες θα άλλαζαν εμπόρευμα. Άρα όντως το προϊόν έχει πέραση. Ούτε ο φανατισμός με διάφορες ιδεολογίες (νεοφασίστες, χούλιγκανς κλπ.) με απασχολεί -εδώ. Φανατικοί πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν. Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι η καινούρια φουρνιά ηλιθίων. Οι ηλίθιοι που το θεωρούν δικαίωμα και μαγκιά τους.

Το κακό βέβαια δεν είναι ελληνικό. Είναι αμερικάνικο. Από εκεί ξεκίνησε η επιβράβευση της κάθε είδους ελαφρότητας. Τι γίνεται λοιπόν εκεί; Ας πούμε ότι κάποιος πέφτει και σπάει το πόδι του μέσα σε ένα μαγαζί επειδή δεν είδε ένα πλακάκι που έχει βγει. Τι κάνει; Κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα. Μηνύει τον καταστηματάρχη και παίρνει αποζημίωση για τις μέρες που έχασε από τη δουλειά, για ψυχική οδύνη και για ό,τι άλλο βάλει ο νους του δικηγόρου του. Ο οποίος, βέβαια, πληρώνεται με ποσοστό. Και ας πούμε ότι αυτό έχει μια βάση. Αγοράζει, λοιπόν, ο εν λόγω ηλίθιος ένα γιαούρτι. Και είναι χαλασμένο. Τι θα κάνει; Μα θέλει και ρώτημα; Θα το φάει βέβαια. Και όχι μόνο θα το φάει, αλλά θα παρακαλάει και το Θεό να πάθει όσο το δυνατόν χειρότερη δηλητηρίαση, γιατί αυτό θα έχει και τη μεγαλύτερη αποζημίωση. Ποια είναι λοιπόν η λογική; Έχεις φράγκα; Θα στα φάω. Όχι να κάνω δικά μου. Να μην έχεις εσύ. Και η δικαιολογία; Το δικαιούμαι.

Η λογική της ζήλιας είναι "να μπορούσα και εγώ". Κάποιος έχει πετύχει κάτι και "θέλω και εγώ". Απολύτως θεμιτό. Αυτό όμως, για χίλιους δύο λόγους και παντός είδους αδυναμίες, έχει εξελιχθεί στο "να του καεί του πούστη". "Δεν μπορώ εγώ; Δεν θα έχεις ούτε εσύ. Ή αλλιώς θα μου δώσεις και εμένα"!

Δεν ξέρω ποιο από τα δύο είναι υποσυνείδητη ανάγκη του ανθρώπου αλλά υπάρχουν και τα δύο σε πολύ μεγάλο βαθμό. Κυρίως το δεύτερο και κυρίως, βέβαια, στην Ελλάδα.

Το να ζηλέψεις κάποιον για κάτι που έχει ή που σκέφτηκε να κάνει το θεωρώ απόλυτα φυσιολογικό. Ο όποιος νεωτερισμός ξεκινάει από έναν και μετά το κάνουν πολλοί. Άλλος γιατί ζήλεψε την αίγλη και άλλος γιατί ζήλεψε το κέρδος. Και πως αλλιώς θα μπορούσε να γίνει; Είναι σαν να θέλει κάποιος να γίνει φυσικός αλλά να μη διαβάσει τη θεωρία τη σχετικότητας γιατί θέλει να την ανακαλύψει μόνος του. Αυτή είναι η εποικοδομητική ζήλια, γιατί δεν μπορείς να θεωρηθείς ότι ζήλεψες τον Αϊνστάιν. Σε πιο απλά πράγματα όμως, και κυρίως σε θέματα βιοπορισμού, οι καταστάσεις είναι λίγο διαφορετικές. Η ζήλια τυφλώνει και θες μερίδιο από τα κέρδη του άλλου λες και τα βγάλατε μαζί.

Που κολλάνε τώρα οι ηλίθιοι; Όλο αυτό το πράγμα οι μεγάλες εταιρείες το έχουν καταλάβει. Οι ενώσεις προστασίας καταναλωτών δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν αν δεν είχαν το ok από τις μεγάλες εταιρείες. Όποιος πιστεύει ότι είναι κατάκτηση των καταναλωτών είναι αφελής. Αλλά αυτοί δεν έχουν πρόβλημα να βάλουν το χέρι βαθιά στην τσέπη γιατί δεν θα πάθουν τίποτα. Έχουν να καλυφθούν. Αν όμως εσύ καταναλωτή μάθεις να χειρίζεσαι έτσι τις αγαρμποσύνες σου δεν θα κάνεις ποτέ τη διάκριση του σε ποιόν κάνεις τι. Θα κοιτάς γύρω σου και θα ψάχνεις να βρεις ποιος σε αδίκησε για να σε αποζημιώσει. Γιατί έχεις το δικαίωμα. Ακριβώς όπως παραμυθιάζει η τηλεόραση με το "πείτε μας κύριε σταρ, τι τρώτε για πρωινό, ο κόσμος έχει δικαίωμα να μάθει" έτσι παραμυθιάζει και το σημερινό σύστημα με το "έχεις δικαίωμα να είσαι απρόσεχτος και θα αμειφθείς για αυτό". Πόσες μικρές επιχειρήσεις λοιπόν, δεν θα βγουν από τη μέση αν χρειαστεί να αποζημιώσουν 2-3 κατ' επάγγελμα ηλίθιους. Και σε ποιον κάνεις κακό εσύ 'συνειδητέ καταναλωτή'; Μήπως κάνεις τον πλούσιο πλουσιότερο και τον φτωχό φτωχότερο;

Το περίεργο είναι ότι, όπως είπα και παραπάνω, η κακιά ζήλια είναι κυρίως ελληνικό φαινόμενο, αλλά από την Αμερική ξεκίνησε η μόδα του ηλίθιου umber alles. Τελικά είναι πολύ μπροστά οι άνθρωποι. Κατάφεραν να εκτιμήσουν την αξία ενός χαρακτηριστικού που δεν είναι και ιδιαίτερα διαδεδομένο στο λαό τους. Και κοιτάξτε τι πέτυχαν; Να τρωγόμαστε μεταξύ μας.

Το κακό, βέβαια, ξεκινάει από το ότι ο κόσμος δεν τα βγάζει πέρα με τη δουλειά του. Αν καταφέρει να βρει δουλειά. Από εκεί ξεκινάει το ένστικτο του να καταστρέψω και να αρπάξω. Το οποίο καλλιεργήθηκε κατάλληλα από τους μελετητές και έγινε κατευθυνόμενο. Η Ελλάδα, περιέργως, είναι λίγο πίσω σ' αυτό. Δεν υπάρχει τόσο έντονο νομικό πλαίσιο κατοχύρωσης των ηλίθιων. Πλέον όμως ζούμε σε ένα παγκόσμιο χωριό. Δεν συμβαίνει στην Ελλάδα ακόμα. Θα συμβεί.

Η λογική του να είμαστε όσο περισσότερο γίνεται εκτός των νόμων της ζούγκλας έχει αρχίσει να με ενοχλεί. Κάποτε μάγκας ήταν αυτός που πούλαγε ένα χαλασμένο γιαούρτι και χαζός αυτός που το έτρωγε. Τώρα να είναι μάγκας αυτός που εξαπατήθηκε, και να παίρνει λεφτά από αυτό είναι λίγο χοντρό για μένα. Και το να κοιτάς μόνο πόσα λεφτά θα πάρεις είναι και αυτό λάθος. Το θέμα είναι από ποιον θα τα πάρεις. Αλλά αν ενοχλούσε αυτό θα ενοχλούσε και το ότι πληρώνουμε ίδιο φόρο για ένα Marlboro με αυτόν που πληρώνει και ο Bill Gates...

Να μην επεκταθώ όμως σε θέματα έμμεσης φορολογίας. Έχουν γραφτεί αρκετά για αυτό το θέμα. Απλά θέλω να συνεχίσω να προσέχω τι γιαούρτια αγοράζω και να μη στηρίζομαι μόνο στην αποζημίωση σε περίπτωση που εξαπατηθώ. Γιατί αλλιώς το σύστημα γίνεται σαν την υπερπροστατευτική μαμά που βγάζει νωθρά παιδιά. Και τα νωθρά παιδιά δεν είναι παιδιά με ειδικές ανάγκες για να χρίζουν ιδιαίτερης μεταχείρισης.

buzz it!

Δευτέρα 10 Απριλίου 2006

"Τα όρια της σάτιρας" (σχόλιο)

Το κείμενο που ακολουθεί το έγραψα στις 8/4/06 στο blog του Νίκου Δήμου (αλήθεια; τι πρωτότυπο) στο post με θέμα "Τα όρια της σάτιρας". Μου φάνηκε αρκετά ωραίο και θα το βάλω και αυτό στο blog μου. Πάντως η τεμπελιά τελείωσε. Αύριο ανεβάζω post!!!


"Ήρθε η ώρα να λάμψει η αλήθεια.

Τη συνέντευξη του κου Δήμου το περασμένο Σάββατο την παρακολούθησε ο Χριστόδουλος. Από παλιά φίλοι με τον Νικολάκη (έτσι τον φωνάζει) τον πήρε τηλ μιας και είχαν χαθεί. Οι κοριοί που έχω στα τηλέφωνα και των 2 -όπως και πολλών άλλων εδώ μέσα και εκεί έξω- κατέγραψαν τα εξής:

Χρ.: Νικολάκη, που είσαι παλιόφιλε;

ΝΔ.: Chris, καλέ μου φίλε, τι κάνεις; Την ευλογία σου!

Χρ.: Την ευλογία μου; Πόσο καιρό έχεις να εξομολογηθείς ρε, που θες και την ευλογία μου; Από τότε που ξεκίνησες αυτήν την παπάρα με το blog σου έχεις χαθεί από τα εγκόσμια. Θυμάσαι τότε που μου έλεγες ότι θες να μονάσεις και δεν σε άφησα; Ε, το έκανες με το δικό σου τρόπο.

ΝΔ.: Άφες ημίν δέσποτα. Έχω βρει καλή παρέα.

Χρ.: Για αυτό σε πήρα. Θέλω τη βοήθειά σου.

ΝΔ.: Τι μπορώ να κάνω εγώ ο ταπεινός σου δούλος.

Χρ.: Άκουσε Νικολάκη...

ΝΔ.: Να σου πω, δεν το κόβεις αυτό το Νικολάκη; Σου ρίχνω και κάποια χρόνια.

Χρ.: Καλά. Λοιπόν. Εσύ, που είσαι βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος, και τώρα έχεις και άμεση επαφή με τους οπαδούς σου, -αλήθεια βρε πως τους έχεις πείσει όλους για το αντίθετο, είσαι μεγάλη γάτα- θέλω να με βοηθήσεις να βγω λίγο στα παράθυρα γιατί έχω χαθεί τον τελευταίο καιρό. Να βοηθήσουμε την πίστη μας.

ΝΔ.: Και πως να το κάνω αυτό;

Χρ.: Θα βγάλεις ένα, πως το λες, ένα post, που θα λέει κάτι προκλητικό, ας πούμε για αυτό το κειμανάκι του Ιούδα που θα βγει την άλλη εβδομάδα.

ΝΔ.: Την άλλη εβδομάδα;;; Για μετά το Πάσχα δεν ήταν;

Χρ.: Το πήγαν για την άλλη εβδομάδα γιατί δεν γέμιζε το δελτίο. Μετά το Πάσχα έχουν δουλειά, ξέρεις τώρα τροχαία και λοιπά.

ΝΔ.: Ωραία και μετά;

Χρ.: Θα βάλω εγώ ένα δικό μου, πολύ ταγμένο, αλλά με χιούμορ, να σου τη λέει χοντρά. Θα υπογράφει ως σκοταδιστής, μη μου μπερδευτείς. Θα αρχίσετε, λοιπόν, να πετάτε ο ένας στον άλλο links και παραπομπές σε βιβλία και τέτοια δικά σας -είναι και αυτός πολύ διαβασμένος, σαν εσένα- με αποτέλεσμα να βγει κανένας να πει καμιά χοντράδα και μετά άστο επάνω μου. Θα ξαναγίνω διάσημος!!! Δεν έχεις κανέναν που να πιστεύεις ότι θα το κάνει;

ΝΔ.: Α, σίγουρα ο σαλτάρω στο κενό είναι έτοιμος. Αυτός πειράζει τα πάντα, αυτό θα αφήσει. Μήπως όμως φάμε κάνα βρομόξυλο;

Χρ.: Αφού σου έχω βάλει μπάτσο να σε προσέχει. Ο Yosemite Sam είναι δικός μου. Αν και τον φοβάμαι λίγο μην καρφωθεί, τέλος πάντων.

ΝΔ.: Αλήθεια; Τι καλός που είσαι;

Χρ.: Όχι θα σε άφηνα έτσι επειδή εσύ με ξέχασες. Λοιπόν είμαστε σύμφωνοι;

ΝΔ.: Ok boss!!! Αφού ξέρεις δεν σου χαλάω χατίρι. Και αφού είναι και για το καλό της Ορθοδοξίας...

Χρ.: Καλά σε αφήνω τώρα γιατί πήγε 6 η ώρα και έχω και λειτουργία. Να κανονίσουμε να βγούμε καμιά μέρα να πούμε τα παλιά μας τότε με τη χούντα. Θυμάσαι αλήθεια;

ΝΔ.: Ξεχνιούνται αυτά Chris... Anyway, κάτι θα σκεφτώ. Αντε bye.

Χρ.: Kisses!!!

Η συνέχεια έχει ήδη περάσει στην ιστορία..."

buzz it!

Παρασκευή 7 Απριλίου 2006

"Μια γυναίκα κλαίει" (σχόλιο)

Άλλο ένα σχόλιό μου από το blog του Νίκου Δήμου με τίτλο "Μιά γυναίκα κλαίει" στις 4/4/06 μαζί με μία απάντηση από την Titika, καθώς και μια δικιά μου απάντηση στην xenia. Ατελείωτοι αναγνώστες μου μη φοβάστε. Θα έρθει και το post σύντομα.

"Ένας άνθρωπος για να φτάσει στο κλάμα έχει περάσει από τρία στάδια.

Το πρώτο είναι το "όχι, δεν μου συμβαίνει εμένα" με κάποια αδιαφορία.
Το δεύτερο "δε μπορεί να μου συμβαίνει εμένα" με έντονο εκνευρισμό.
Το τρίτο είναι της απελπισίας "ας μη μου συμβαίνει εμένα αυτό".(αν κάποιος θυμάται πως ορίζονται στην ψυχολογία ας το γράψει γιατί μου διαφεύγει)

Κάπου εκεί έρχεται το κλάμα. Και δεν θέλεις κανείς να σε παρηγορήσει ούτε να ακούσεις κουβέντα. Δεν υπάρχει κόσμος γύρω σου -γι αυτό άραγε τα δάκρυα να θολώνουν τα μάτια, για να τον κρύψουν; Το κλάμα δεν είναι πάντα ανακουφιστικό. Όταν έχεις κάτι βαρύ που σε τρώει μετά το κλάμα είσαι ένα ράκος. Δεν έχεις όρεξη ούτε τα μάτια, ούτε τη μύτη να σκουπίσεις. Θέλεις να κάτσεις ακίνητος και να κοιτάς χωρίς να βλέπεις. Καρφωμένα και ακίνητα μάτια σε ένα σημείο. Και το μυαλό να τρέχει. Και μόλις ξεκουραστείς λίγο να αρχίσεις πάλι. Πιο δυνατά. Και να ουρλιάζεις μέχρι να σκιστεί ο λαιμός σου. Και μετά ο ύπνος. Συνήθως ευχάριστος αλλά βαρύς. Και το ξύπνημα δύσκολο, σχεδόν ό,τι χειρότερο μετά το κακό που σε βρήκε.

Και είναι μόνο η αρχή. Αυτό που βλέπει ο περαστικός. Τα δύσκολα έρχονται μετά. Η καθημερινότητα. Το ίδιο και αύριο, και κάθε μέρα. Και μόνη σωτηρία ο ύπνος. Που μακάρι να υπάρχει δηλαδή. Γιατί αν δεν υπάρχει και αυτός...

Και όλοι θα πουν ότι έπιασες πάτο. Και θα έχουν δίκαιο. Αλλά δεν θα ξέρουν ότι ο πάτος δεν είναι επίπεδος. Έχει ψηλά και χαμηλά σημεία. Και δυστυχώς πρέπει να φτάσεις στο χαμηλότερο σημείο του πάτου για να ανέβεις.

Αισιόδοξο κλείσιμο:ΔΕΝ ΠΕΦΤΟΥΜΕ ΧΑΜΗΛΑ, ΦΟΡΑ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ!!!"

Η διαφωτιστική απάντηση της Titika.

"Μιλάς για τα στάδια του θρήνου που περιέγραψε η καταπληκτική Elizabeth Kubler Ross. Αν θυμάμαι καλά είναι τα εξής:
ΑΡΝΗΣΗ
ΘΥΜΟΣ
ΠΑΖΑΡΕΜΑ (BARGAINING)
ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ
ΑΠΟΔΟΧΗ

Αυτά τα στάδια τα περνάμε κυρίως με αυτή τη σειρά και αφορά τη διαδικασία θρήνου για την απώλεια της δικής μας ζωής, κάποιου δικού μας προσώπου αλλά και για το "χάσιμο" άλλων, πιο καθημερινών πραγμάτων (μιας σχέσης κλπ)."

Και η ελαφρώς λανθασμένη απάντησή μου σε ένα σχόλιο της xenia.

"Ο πόνος της μάνας που χάνει ένα παιδί πρέπει όντως να είναι ο μεγαλύτερος πόνος που υπάρχει (χωρίς αυτό να υποβιβάζει τον πόνο του πατέρα ο οποίος πρέπει να είναι εξίσου μεγάλος και φυσικά το δικό σου). Ο θάνατος όμως είναι μία στατική κατάσταση. Πέθανε, δεν γυρίζει πίσω. Η κάθε μέρα που περνάει τον αφήνει όλο και πιο πίσω με αποτέλεσμα αυτό να 'γλυκαίνει' λίγο μετά από καιρό (προσωπική εμπειρία).

Υπάρχουν όμως και καταστάσεις όπου όταν ξεκινάει ένα κακό σιγά σιγά γίνεται μεγαλύτερο και κάθε μέρα έχεις να αντιμετωπίσεις και μια διαφορετική πτυχή του. Δεν έχω καταλήξει τι είναι χειρότερο. Η σταθερή και μη αναστρέψιμή κατάσταση ή το να μην ξέρεις τι άλλο θα σου έρθει στο επόμενο βήμα (και από που)."

Τουλάχιστον έχω αρχές. Δεν τα ανεβάζω πριν αλάξει post ο συγγραφέας...

buzz it!

Δευτέρα 3 Απριλίου 2006

"Same sex marriage?" (σχόλιο)

Το παρακάτω κείμενο δεν αποτελεί post, αλλά ένα σχόλιο που έκανα στο blog του Νίκου Δήμου, στο post με τίτλο "Same sex marriage?" στις 3/4/06. Το παραθέτω διότι ήταν ένα από τα θέματα με τα οποία ήθελα να ασχοληθώ κάποια στιγμή.
"Η εκκλησία δεν πρόκειται ποτέ να δεχτεί κάτι τέτοιο και καλά θα κάνει. Γιατί αν το δεχτεί παραβιάζει μια από τις μεγαλύτερες αρχές της. Άλλωστε η εκκλησία έχει αποτάξει τους ομοφυλόφιλους και οι ομοφυλόφιλοι τη εκκλησία.
Ένα ζευγάρι που αποφασίζει να ζήσει μαζί δεν έχει να δώσει λόγο σε κανέναν. Αν υποθέσουμε όμως ότι χωριζόμαστε σε δύο κατηγορίες gay και straight γιατί καλούμαστε δεύτεροι να βγάλουμε το φίδι από την τρύπα; Εφόσον είναι τόσο μεγάλο το ποσοστό τους (κάπου διάβασα για 10%) οφείλουν να κάνουν εκείνοι κάτι πιο δυναμικό (έναν εκπρόσωπό τους στη βουλή ας πούμε). Και φυσικά θεωρώ αυτονόητο το δικαίωμά τους στην επισημοποίηση της συμβίωσής τους.
Για τα παιδιά δεν θα πρέπει να δίνονται αυθαίρετες απαντήσεις από τον καθένα, αλλά μόνο από ειδικούς. Όταν κάνεις ένα παιδί, δεν είναι δικό σου, είναι του εαυτού του. Αρά τον εαυτό αυτό, εφόσον εκ των πραγμάτων σου τον εμπιστεύεται να τον μεγαλώσεις, πρέπει να προσέχεις πολύ τι τον κάνεις. Ας γίνουν μελέτες και ας αποφανθούν άλλοι. Εγώ, με την ιδιότητα που έχω, μπορώ να μιλήσω μόνο ως προς το κοινωνικό-αισθητικό μέρος του θέματος και δεν με ενοχλεί καθόλου.
Εκείνο που με απασχολεί εμένα είναι άλλο. Υπάρχουν gay και straight; Νομίζω ότι ασχολούμαστε με ένα κατασκεύασμα του πολιτισμού και των σύγχρονων θρησκειών. Ας πάρουμε για παράδειγμα την αρχαία Ελλάδα. Όλοι οι άντρες είχαν τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Από τα όσα έχω διαβάσει μάλιστα, τις γυναίκες τους τις είχαν πολύ ικανοποιημένες. Αλλά όλοι είχαν και τον εραστή τους. Και όχι μόνο έναν. Ξεκίναγαν με τη σχέση δασκάλου μαθητή και συνέχιζαν στα γυμναστήρια, στα συμπόσια κλπ. Στο "Συμπόσιον ή Περί έρωτος" του Πλάτωνα, αν θυμάμαι καλά μόνο ο Σωκράτης μιλάει για έρωτα μεταξύ άντρα και γυναίκας ενώ όλοι οι άλλοι ούτε που ασχολούνται με γυναίκες.
Και καταλήγω με το εξής: Ανώμαλοι είμαστε όλοι. Και αυτοί που πάνε μόνο με γυναίκες και αυτοί που πάνε μόνο με άντρες. Γιατί τελικά (δεν έχω και αποδείξεις αλλά μάλλον) άλλο πράγμα νιώθεις στη μία περίπτωση και άλλο στην άλλη.
Θα επανέλθω αναλυτικότερα...

buzz it!

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2006

Περί εκπαιδευτικού συστήματος

Η πολύ έτοιμη γνώση είναι κατά της εξέλιξης του μυαλού. Αν διαβάσεις χιλιάδες βιβλία και τα μάθεις όλα είσαι έξυπνος; Όχι! Γιατί και τι έγινε αν ξέρεις τριγωνομετρία, φιλοσοφία, αστρονομία, λογοτεχνία, ιατρική, φυσική και δεν ξέρω εγώ τι άλλο. Το θέμα είναι τι τα κάνεις αυτά. Το καλό είναι να σκέφτεσαι. Και μετά να διαβάζεις. Δεν είμαι κατά του διαβάσματος. Το αντίθετο. Αλλά το διάβασμα έπεται της σκέψης. Πρώτα σκέφτεσαι. Ό,τι θες. Μετά το ψάχνεις. Αρχίζεις να διαβάζεις σχετικά με τη σκέψη σου και τα ενδιαφέροντά σου. Και κρίνεις. Συμφωνείς. Διαφωνείς. Κυρίως διαφωνείς. Ο αποτυπωμένος στο χαρτί λόγος έχει μια περίεργη δύναμη να γίνεται πειστικός. Ειδικά όταν προέρχεται από ένα άτομο του οποίου τις απόψεις σέβεσαι. Μα δεν γίνεται να συμφωνείς σε όλα με έναν άνθρωπο. Ούτε καθένας είναι σωστός στα πάντα, όποιος και αν είναι. Ο Ελύτης, ο Παλαμάς, ο Freud, ο Kand, ο Marx δεν μπορεί να τα είπαν όλα σωστά. Ούτε είναι απαραίτητο να έχεις δίκαιο διαφωνώντας. Αλλά είναι ο μόνος τρόπος να οξύνεις την κρίση σου. Και βέβαια να μη φτάνουμε στο άλλο άκρο της διαφωνίας για τη διαφωνία. Γενικά οι άνθρωποι που πιστεύουν ότι κρίνουν έχουν την τάση (μη πω υπέρταση) να συμφωνούν και να διαφωνούν με στάνταρ πράγματα. Υπάρχουν αυτοί με τους οποίους συμφωνούν και αυτοί με τους οποίους διαφωνούν. Αν αυτοί είναι καλύτεροι η όχι από αυτούς που δεν κρίνουν καθόλου είναι ένα άλλο θέμα το οποίο δεν με απασχολεί εδώ.

Συνοψίζοντας μέχρι εδώ, έχω πει ότι το διάβασμα είναι σημαντικό αλλά από μόνο του δεν αρκεί. Πρέπει να προηγείται η σκέψη και να ακολουθεί η κρίση. Αλλιώς είσαι μια τράπεζα πληροφοριών και σήμερα για αυτό υπάρχει το internet. Γιατί τα λέω τώρα όλα αυτά; Για να καταλήξω στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Το οποίο λειτουργεί ως εξής: Δίνει στα παιδιά μια ύλη, πολύ χρήσιμή μεν, αλλά με τόσο αποκρουστικό τρόπο ώστε στην καλύτερη περίπτωση να τους αφήνει παγερά αδιάφορους, αν δεν τους προκαλεί απέχθεια. Αν, τέλος πάντων, κάτι τους προκαλέσει ενδιαφέρον δεν έχουν καμία ελπίδα να το αφομοιώσουν για να το κρίνουν διότι με τέτοιο όγκο που έχουν να μελετήσουν δεν υπάρχει περίπτωση να τους μείνει λεπτό για κρίση. Άρα μένει μόνο η παπαγαλία. Κρίση και σκέψη είναι λέξεις τελείως άγνωστες για το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα. Μόνο διάβασμα ζητάνε όλοι. Καθηγητές και γονείς το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι τα παιδιά τους να φέρουν βαθμούς. Το οποίο είναι αποτέλεσμα συσσώρευσης άχρηστων πληροφοριών. Και γιατί άχρηστες; Γιατί μια πληροφορία η οποία δεν θα επεξεργαστεί ποτέ δεν έχει λόγο ύπαρξης. Ένας καλός μέσος όρος απλά θα ανεβάσει τον πήχη για έναν καλύτερο, με σκοπό το Πανεπιστήμιο. Αλήθεια, πόσο παρεξηγημένο ίδρυμα. Όλοι λέγοντας πανεπιστήμιο εννοούν πτυχίο, δηλαδή καλή δουλειά, δηλαδή πολλά φράγκα.

Τίποτα δεν υποτιμώ. Και δουλειά είναι καλή, και τα φράγκα και το πτυχίο σοβαρή υπόθεση. Απλά θα ήθελα λίγο διαφορετικό το πανεπιστήμιο. Πάντα στο μυαλό μου το είχα σαν ένα χώρο εξάσκησης μυαλού. Σαν ένα γυμναστήριο σκέψης. Ένας χώρος απ’ όπου βγαίνοντας είσαι καλύτερος άνθρωπος. Όχι άνθρωπος με πιο πρησμένο εγκέφαλο. Κάποιος απόφοιτος κοινωνιολογίας είχε πει ότι υπήρξαν φοιτητές που μπήκαν δεξιοί και βγήκαν δεξιοί. Καλά, απορεί, δεν πήραν τίποτα εκεί μέσα; Όχι δεν πήραν. Και πως να πάρουν; Δεν είχαν χρόνο. Έπρεπε απλώς να παπαγαλίσουν. Και να προλάβουν. Να πάρουν πτυχίο, να πάνε στρατό, να βρουν δουλειά. Ξαναλέω πως τίποτα δεν υποτιμώ. Απλά δεν είναι μόνο αυτά. Έτσι δεν πας πιο μπροστά τον κόσμο. Έτσι γίνεσαι άλλος ένας.

Τώρα γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Κατά τη γνώμη μου γιατί έτσι θέλει το σύστημα. Το σύστημα δεν χρειάζεται σκεπτόμενους χρειάζεται αποτελεσματικούς και γρήγορους. Προετοιμάζει ανθρώπους που θα αντέχουν μεγάλο φόρτο εργασίας και θα χρειάζονται και μεγάλες δόσεις εκτόνωσης. Θα είναι δηλαδή πολύ καλοί καταναλωτές. Δημιουργεί ψεύτικους στόχους με κενά ανταλλάγματα. Πολύ δουλειά για μεγαλύτερη τηλεόραση, καινούριο αυτοκίνητο και καλύτερο κινητό. Πολύ κούραση για μεγάλη ανάγκη εκτόνωσης. Μια ανάγκη που δεν καλύπτεται με ένα ταβερνάκι με φίλους ή με ένα σινεμά. Θέλει μπουζούκια με άγριο μεθύσι και μεγάλη ζημιά στο λογαριασμό. Και βέβαια άνθρωποι που δεν θα μπορούν να κρίνουν. Η επαχθέστερη μορφή βίας, η οποία ξεκινάει από την παιδεία (ή καλύτερα την μη παιδεία) και στην οποία κανείς δεν αντιδρά. Κάποτε οι αντιφρονούντες έλεγαν "ότι και να μου κάνετε δεν θα μπορέσετε ποτέ να με κάνετε να σταματήσω να σκέφτομαι" ή "φυλακίσατε το μυαλό μου και όχι το πνεύμα μου". Σήμερα δεν υπάρχουν αντιφρονούντες. Μας έχουν κάνει να μη σκεφτόμαστε και να αντιμετωπίζουμε το πνεύμα μας σαν να μην υπάρχει. Ακόμα και οι πιο ψαγμένοι ασχολούνται μόνο με θέματα που φέρνουν στο προσκήνιο οι δημοσιογράφοι. Αν δεν ‘το πουν’ στην τηλεόραση, δεν υπάρχει ως θέμα.

Δεν πιστεύω σε παγκόσμιες συνομωσίες και τέτοια διάφορα αλλά νομίζω ότι αυτό που έχει πετύχει το σημερινό σύστημα δεν το έχει πετύχει ούτε η πιο σκληρή δικτατορία. Γιατί να κάψεις ένα βιβλίο και να το κάνεις και διάσημο; Απλά κάνεις τον κόσμο να μη θέλει να το διαβάσει, να μη ξέρει ότι υπάρχει. Όταν του το δίνεις, και πιθανόν τον εξετάζεις πάνω σε αυτό, τον αναγκάζεις να το παπαγαλίσει. Μετά, αφού τον έχεις μάθει στον πολύ φόρτο, τον βάζεις να δουλεύει και από το πρωί μέχρι το βράδυ και μάλιστα να είναι και ευχαριστημένος με αυτό (έχετε δει αμερικάνο να λέει ότι δεν αγαπάει τη δουλειά του;) και που χρόνος για δύσπεπτα πράγματα (και οι Έλληνες που λένε το ακριβώς αντίθετο για τη δουλειά τους αυτό εννοούν. Με την πρώτη ευκαιρία θα σου πουν ότι χωρίς πολλή δουλειά δεν γίνετε τίποτα, πόσο έχουν κουραστεί αυτοί στη ζωή τους, ότι το διάβασμα και η διανόηση είναι για αυτούς που έχουν λύσει τα προβλήματά τους…). Και μετά σου λέει ελευθερία…

"Καλή η ειρήνη αλλά δεν έχει μεγαλεία". Δεν θυμάμαι ποιος το είχε πει αλλά θα ήθελα να συμπληρώσω ότι όχι μόνο μεγαλεία, αλλά πολλές φορές η ειρήνη δεν έχει τίποτα εποικοδομητικό. Επαναπαυόμαστε στα αγαθά μας και το μόνο που μας νοιάζει είναι να μην τα χάσουμε. Και έχουμε πάρα πολλές δικαιολογίες για να μην αισθανόμαστε άσχημα. Την κούραση, τις ευθύνες, τα παιδιά. Και στις λίγες στιγμές χαλάρωσης το μόνο που αντέχουμε είναι η τηλεόραση. Οι σημερινοί φασίστες δεν χρειάζονται ρουφιάνους για να πατήσουν το κάστρο (κατά τη λαϊκή ρήση). Έχουν από έναν μέσα σε κάθε σπίτι. Δεν λέω ότι η αναταραχή είναι καλύτερη αλλά τελικά το μυαλό είναι ένα όργανο το οποίο ή το χρησιμοποιείς ή το χάνεις. Έτσι, σαν επίλογο θα ήθελα να καταθέσω τη φαντασίωσή μου για το εκπαιδευτικό σύστημα. Λιγότερη ύλη στα σχολεία. Περισσότερη βάση (από την υπάρχουσα, όχι από τα υπόλοιπα) στη γυμναστική, τη μουσική και τα καλλιτεχνικά. Καθηγητές που αγαπούν αυτό που κάνουν και ξέρουν να μεταδίδουν αυτή την αγάπη στα παιδιά. Και μετά το τέλος του λυκείου ένα διετές πρόγραμμα, χωρίς εξετάσεις βέβαια, με τα πιο ενδιαφέροντα μαθήματα από τις πιο βασικές επιστήμες. Από εκεί και πέρα ο καθένας θα μπορούσε να διαλέξει τον κλάδο που τον ενδιαφέρει και να ακολουθήσει ένα δρόμο ο οποίος θα τον κάνει ένα άνθρωπο που θα έχει να πει και να προσφέρει κάτι παραπάνω στην κοινωνία.

Όχι ότι αυτό που λέω είναι απαραίτητα σωστό. Αν ήμουν σίγουρος θα προσπαθούσα να γίνω υπουργός Παιδείας. Μια φαντασίωση είναι. Ούτε πως δεν δημιουργεί και αυτό τα δικά του προβλήματα. Και καθυστέρηση στη σταδιοδρομία έχει και τις αφραγκίες των καημένων των παιδιών παρατείνει και ίσως πολλά άλλα. Αλλά, αν είναι να βγουν καλύτεροι άνθρωποι, δεν αξίζει τον κόπο;

buzz it!